ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥΣ - ΖΩΓΡΑΦΟΥΣ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥΣ-ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ : ΠΑΝΤΕΛΗ Κ. ΓΚΙΝΗ & ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΜΕΡΚΟΥΡΙΟΥ. Διαχειριστής Ιστολογίου Παντελής Δ. Γκίνης. Εγγονός, κάτοχος, υπεύθυνος έρευνας-τεκμηρίωσης και επιμελητής δράσεων γύρω από το Αρχείο Παντελή Κ. Γκίνη.

Τρίτη 30 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΠΡΟΤΟΜΗ ΤΟΥ ΕΘΝΟΜΑΡΤΥΡΑ ΕΠΙΣΚΟΠΟΥ ΛΑΡΙΣΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΔΑΡΔΑΙΟΥ ΚΑΙ Η ΒΟΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΓΚΙΝΗ ΣΤΗ ΣΧΕΔΙΑΣΗ

    

    Απέναντι από τον Μητροπολιτικό Ναό του Αγίου Αχιλλίου, στη βόρεια πλευρά του λόφου του Φρουρίου, σ’ έναν ελεύθερο χώρο με πράσινο, συναντούμε την προτομή του Μητροπολίτη Λαρίσης, Πολύκαρπου Δαρδαίου, έργο του γλύπτη Μιχάλη Τόμπρου. 
    Ο Μιχάλης Τόμπρος (Αθήνα 1889–1974) ήταν γλύπτης της γενιάς του Μεσοπολέμου, πρωτοπόρος καλλιτέχνης, καθηγητής της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών, ακαδημαϊκός και εκδότης περιοδικού εικαστικών τεχνών. Δυναμική προσωπικότητα με κλασική μόρφωση και άρτια τεχνική κατάρτιση.                            Η προτομή έγινε με την οικονομική συνδρομή του επιχειρηματία Ηλία Κολέσκα και τα αποκαλυπτήρια της προτομής έγιναν την Κυριακή 18 Μαρτίου 1956 παρουσία του Μητροπολίτου Δωροθέου, επί δημαρχίας Δημητρίου Χατζηγιάννη. 
    Εδράζεται σε ψηλό βάθρο και αυτό σε μεγάλη τετράγωνη βάση δύο βαθμίδων, όλα από λευκό μάρμαρο. Στην εμπρόσθια όψη του βάθρου αναγράφεται: «+ Ο ΛΑΡΙΣΗΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΣ ΔΑΡΔΑΙΟΣ 1821», ενώ σε άλλη πλευρά διαβάζουμε «ΕΡΓΟΝ ΤΟΜΠΡΟΥ ΔΩΡΕΑ ΗΛ. ΚΟΛΕΣΚΑ». Την προτομή χαρακτηρίζει λεπτομέρεια στην απεικόνιση και την έκφραση: το έντονο βλέμμα με τα συνοφρυωμένα φρύδια και τα σφιχτά χείλη στη μορφή, η ιερατική ενδυμασία, το στρογγυλό μετάλλιο – μενταγιόν και η χοντρή καδένα.1


    Ο Ηλίας Δημητρίου Κολέσκας γεννήθηκε το 1859 στη Δάρδα της Βορείου Ηπείρου. Περί τα 1890 εγκαταστάθηκε οικογενειακώς στη Γραβιά, όπου ασχολήθηκε με την κτηνοτροφία, ανήσυχος όμως καθώς ήταν μετακόμισε στις αρχές του 20ού αιώνα στη Λάρισα. Εδώ με τους δύο γιους του Δημήτριο και Κωνσταντίνο (1895-1987) άνοιξαν ξυλαποθήκη στη γωνία των σημερινών οδών Παπαναστασίου και Παπακυριαζή και ίδρυσαν εργοστάσιο κεραμοποιίας κοντά στη γέφυρα του Πηνειού και ένα πανδοχείο.2  Συνεχιστής της παράδοσης Ηπειρωτών Ευεργετών, ευεργέτησε τη Λάρισα ως χορηγός σπουδαίων δημοτικών έργων.
   Ο παππούς Παντελής μου είχε αναφέρει ότι, ο Ηλίας Κολέσκας ήταν φίλος με τον αγιογράφο-ζωγράφο Παντελή, μιας και τους συνέδεε η κοινή καταγωγή από την κοινότητα Δάρδα, αλλά και από το γεγονός ότι το δεύτερο εργαστήρι των Παπαμερκουρίου-Γκίνη, ως οίκημα στη γωνία Παπαναστασίου και Παπακυριαζή ανήκε στον Ηλία Κολέσκα, ο οποίος τους το νοίκιαζε. Ο γλύπτης Μιχάλης Τόμπρος ζήτησε από την Ηλία Κολέσκα ζωγραφικά σχέδια προκειμένου βάση αυτών να σμιλεύσει την προτομή του Εθνομάρτυρα Πολυκάρπου. Ο Ηλίας Κολέσκας με τη σειρά του ζήτησε τη βοήθεια του συντοπίτη του Παντελή, ώστε να σχεδιάσει τη «μορφή του Επισκόπου Πολυκάρπου», για να τα στείλει στον γλύπτη. Ο Παντελής ανταποκρίθηκε και με αυτόν τον τρόπο η μορφή του Επισκόπου Πολυκάρπου αφενός αντανακλά τη δημιουργική σχεδιαστική έμπνευση του καλλιτέχνη Παντελή Γκίνη, αφετέρου τη σμιλευτική δεινότητα του Μιχάλη Τόμπρου.   



Η οικία του Εθνομάρτυρα Πολυκάρπου στη Δάρδα

-----------------------------------------------------------------------------------

2https://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/item/308299.html

Δευτέρα 29 Σεπτεμβρίου 2025

Η ΔΑΡΔΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΓΚΙΝΗ (ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΜΕΡΟΣ Β')

Λαογραφικά έθιμα γάμου


Όταν ήρθε η ώρα να παντρέψουν κανένα κορίτσι πω πω τι γίνονταν τότε. Να φτιάξουν τα προικιά, να πηγαίνουν εκεί να βοηθάνε και οι άλλες οι γειτόνισσες, να πλέκουν τις κάλτσες, να της φτιάξουν τα φορέματα, τα μάλλινα, στη μέση κάτι ζώνες ασημένιες, μυστήρια πράγματα σαν καραγκιόζηδες ήταν. 

Τους αρραβώνες πώς τους έκαναν; Οι γονείς αρραβώνιαζαν, οι γονείς του κοριτσιού με τους γονείς του παιδιού, το παιδί στα ξένα όπως πήγαινε με τον πατέρα όπως φεύγαν, το κορίτσι στη Δάρδα και γίνονταν συμφωνία. Θα με δώσεις το κορίτσι, θα σε δώσω το παιδί που είναι στα ξένα, τους αρραβώνιαζαν οι γονείς του παιδιού και του κοριτσιού, έκαναν τους αρραβώνες, άλλαζαν μαντήλια και έγραφαν γράμμα ύστερα ότι αρραβονιάσαμε ας πούμε τον Παντελή με το κορίτσι του Ντίνα εκεί τα σπίτια έλεγαν και έλεγαν και το όνομα, τους αρραβονιάσαμε και θα έχομε γάμο. Δεν έλεγε κανένας όχι. Άμα οι γέροι εκεί, οι γονείς συμφωνούσαν και αρραβώνιαζαν πάει έγινε ο αρραβώνας. 

Το καλοκαίρι όταν έρχονταν από τα ξένα τα παιδιά μαζεύονταν, οι άντρες κινούσε ο υποψήφιος γαμπρός να πάει στο σπίτι στη νύφη. Που να την δει τη νύφη ο γαμπρός; Να κρύβεται στα κελάρια δεξιά αριστερά να μην την δει. Μια φορά θυμάμαι ήταν μια αρραβωνιασμένη γειτόνισα μας και είχε πάει στη βρύση με τις στάμνες και γέμισε τις στάμνες νερό και πήρε τις στάμνες στο ένα χέρι γεμάτες νερό και τις κουβαλούσε να τις φέρει στο σπίτι. Να και ο υποψήφιος γαμπρός την είδε και την παρακολουθούσε. Σαν είδε αυτή ότι το παιδί θα την αντάμωνε παρατάει τις στάμνες στο δρόμο γεμάτες εκεί και το σκάζει και φεύγει. Που να κρυφτεί στο σπίτι εκεί; Παράτησε τις στάμνες στο δρόμο με το νερό να κρυφτεί. 

Κάποτε ερχόταν οι μέρες, ορίζονταν πότε θα γίνει ο γάμος. Ο γάμος γίνονταν πάντοτε Κυριακή, όχι άλλη μέρα. Τρεις μέρες προ του γάμου, προ της Κυριακής, όλες οι γειτόνισσες εκεί πήγαιναν, έπιαναν προζύμι για να βγάλουν ψωμί για το γάμο, έσφαζαν τα σφαχτά, έψηνα ψητά στη σούβλα, μαγείρευαν στα καζάνια, κρέας με πατάτες, κρέας με ρύζι, στιφάδο, έκαναν πολλά φαγητά στο γάμο. Και όλοι οι καλεσμένοι συγγενείς και γειτόνοι, έρχονταν στο γάμο να φάνε. Τραπεζομάντηλα μονοκόματα, πέντε μέτρα, από το ένα άκρο του δωματίου στο άλλο τα έστρωναν, το μάζευαν εκεί κουβάρι στρογγυλό, το απλώναν ύστερα, έβαζαν τα κουτάλια, τα πιρούνια, και γύρω γύρω τα μαξιλάρια, τα μαξιλάρια γεμισμένα με καλαμποκόφυλλα, κάθονταν εκεί καλεσμένοι, άντε να μας ζήσουν, το σταυρό εκεί, οι άλλοι να κουβαλούν τα φαγητά, τα ψωμιά, τα κρασιά εκεί, που τραπέζια και χαμπέρια, κάτω σταυροπόδι. 

Η νύφη Σάββατο βράδυ που ξημέρωνε Κυριακή για να παντρευτούν, μαζεύονταν τα άλλα τα κορίτσια και γειτόνοι και συγγενείς και την τραγουδούσαν όλη νύχτα, κάτι συγκινητικά, πως θα φύγει, πως θα αφήσει τη μάνα της, και θα πάει να βρει άλλη μάνα, και θα πάει να κάνει αυτό και ετούτο, όλο συγκινητικά και να κλαίει όλη νύχτα η νύφη, από το Σάββατο βράδυ μέχρι το πρωί που ξημέρωνε Κυριακή. 

Την Κυριακή πριν ξημερώσει, την έπλεναν, την έλουζαν, την χτένιζαν, την διόρθωναν, την φορούσαν τα νυφικά, έρχονταν ύστερα τα μπρατίμια του γαμπρού δυο τρεις νέοι, την φορούσαν τα παπούτσια τα νυφικά και τέλλια εδώ στο κεφάλι μπρούτζινα σαν σύρματα, την σκέπαζαν το κεφάλι. Και ύστερα χειροφιλήματα, να φιλάει ως και τα μικρά τα παιδιά και να κλαίει. Την έδωναν και ένα μαντήλι εκεί την νύφη, κινούσαν και οι συμπέθεροι, όλοι το χωριό εκεί πέρα. Αυτή ήταν η διασκέδαση, τα πανηγύρια και ο γάμος, όλη η διασκέδαση ήταν αυτή.  

Με τα κλαρίνα, με τα νταούλια, έχονταν οι οργανοπαίχτες από την Κορυτσά πληρωμένοι, τους πλήρωναν αδρά, τρεις μέρες και τρεις νύχτες, όλη νύχτα λαλούσαν τα όργανα, δεν σταματούσαν και χόρευαν. Και με τα όργανα μπροστά  εκεί η κουστωδία και  ένα λάβαρο μεγάλο, ένα κοντάρι με ένα σταυρό απάνω και ένα μήλο απάνω στο σταυρό από το λάβαρο πήγαιναν να πάρουν τη νύφη.

Πριν πάνε να την πάρουν πήγαινε ο πάρεδρος του χωριού, και δυο τρεις γεροντότεροι άνθρωποι και ο δάσκαλος και ένα μπαούλο μεγάλο και έβγαζαν εκεί τα προικιά από τη νύφη. Τα μετρούσαν τα προικιά, τόσα τζιγκούνια, τόσα φουστάνια, πουκάμισα, μόνο βρακιά, δεν φορούσαν βρακιά, πουκάμισα φουστάνια, τσεμπέρια, και κάλτσες πλεγμένες στο χέρι και τόσες λίρες πόσες είχαν κάνει τη συμφωνία όταν αρραβωνιάστηκαν. Έπρεπε να δώσει και λίρες ο πεθερός στον γαμπρό, 30 λίρες, 25 λίρες χρυσές, μαζί με τα προικιά τα έβαζαν στο μπαούλο και με ένα άλογο, στο άλογο κρεμούσαν στο καπίστρι ένα μαντήλι από το γάμο και φόρτωναν το μπαούλο με τα προικιά,  έπαιρναν και τις λίρες εκεί και οι προύχοντες του χωριού που τις μετρούσαν, έκαναν και προικοσύμφωνο και τα έγραφαν όλα, όλα και τα υπέγραφαν. Εν ονόματι της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος παντρεύω την κόρη μου με τον δείνα και της δίνω τόσο τσουράπια, τόσα τζιγκούνια, τόσα και τόσα και τόσες λίρες, και μετρούσαν επί παρουσία, τα έπαιρναν αυτά τα φόρτωναν στο ζώο και από το ένα μέρος ήταν τα προικιά και από το άλλο μέρος τί να βάλομε; Έγερνε από το βάρος. Έβαζαν ξύλα  της φωτιάς για να φέρουν στα ίσα το φόρτωμα. 

Ύστερα πήγαιναν τη νύφη στο σπίτι στην πεθερά στον πεθερό της. Εκεί άλλη τραπεζαρία, θα έτρωγαν όλοι πάλι εκεί στρωμένα όλα τα τραπεζομάντηλα κάτω, φαγοπότι καλό και χορό, τα όργανα να παίζουν, να μην σταματούν διόλου και η νύφη να καμαρώνει όρθια και να φυλάει τα χέρια, ως το πρωί ξημέρωναν. 

Τη Δευτέρα την παίρναν με τα όργανα και την πήγαιναν με τα όργανα στη μάνα της παντρεμένη. Άλλο γλέντι εκεί πέρα, κερνούσαν εκεί γλυκά λουκούμια. Την πρώτη βραδιά η νύφη θα κοιμόταν με την πεθερά της. Τη δεύτερη βραδιά την παίρναν ο πεθερός και η πεθερά, την βάζαν τη νύφη στη μέση και κοιμόνταν όλοι μαζί και οι τρεις. Την τρίτη βραδιά στρώναν να κοιμηθεί η νύφη με τον γαμπρό. Τί έθιμα ήταν αυτά; Είχαμε κάτι συγγενείς εκεί και ήταν οι προύχοντες στο χωριού, είχαν κορίτσια και έκαναν πολλά έξοδα στο γάμο και πηγαίναμε εκεί στό γάμο φαγοπότι μεσημέρι, βράδυ φαγοπότι, την άλλη μέρα τα ίδια. Την άλλη μέρα τα ίδια, την περνούσαμε κοτσάνι, όλα τα παιδιά. Τα παιδιά χωριά εκεί στην τραπεζαρία, φαγητά όσα ήθελες, κρέας μερίδες όσα ήθελες, στιφάδο όσο ήθελες και τα πιάτα όλα πήλινα.  


ΒΙΒΛΙΟ: π. ΣΠΥΡΟΥ ΖΕΓΚΟΥ (1927), ΒΙΟΓΡΑΦΙΑ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ ΔΑΡΔΑΙΟΥ & ΣΥΝΤΟΜΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΤΗΣ ΔΑΡΔΑΣ

παπα Σπύρου Ζέγκου.pdf

Η ΔΑΡΔΑ ΤΩΝ ΠΑΙΔΙΚΩΝ ΧΡΟΝΩΝ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΓΚΙΝΗ (ΑΠΟΜΑΓΝΗΤΟΦΩΝΗΜΕΝΕΣ ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΜΕΡΟΣ Α')


 «Θυμάμαι ήμουν μικρός, ήρθε ο πατέρας μου, μια φορά, είχε και 3 ζώα φορτωμένα. Κίνησε μια βδομάδα πορεία από το Άγιο Όρος ξεκίνησε να φτάσει στη Δάρδα. Όταν πέρασε από την Θεσσαλονίκη να μην έρθει άδειος, πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη και παίρνει τα δυο ζώα 4 βαρελάκια θυμάμαι κονιάκ και ρούμι κ.τ.λ. ήρθε τα ξεφόρτωσε κάθησε το καλοκαίρι πήγαινε Κορυστά μας ψώνιζε, έρχονταν πάλι. Η μάνα μου Θεός σχωρες΄την γεμάτο λεπτά ήταν το μπαούλο, είχε ένα σεντούκι εκεί και τα έκρυβε τα λεπτά. Πωλούσε είχαν μάθει όλο το χωριό, με τα μπουκαλάκια έρχονταν εκεί ένα 100σταράκι, ένα 50ράκι και αγόραζαν κονιάκ και ρούμι όλο το χωριό. Πάμε στη Βασίλω την Γκίνο εκεί θα πάρομε ρούμι, άλλοι για φάρμακο, άλλοι για να πιούν. Ύστερα στο άλλο ταξίδι είχαν αδειάσει αυτά τα βαρελάκια από το ρούμι και το κονιάκ και πήγαινε στη Νάουσα. Εκεί στη Νάουσα περίφημα κρασιά, πάει και φέρνει στα τουλούμια κρασιά και τα ρίχνει σε αυτά τα βαρελάκια τα γεμίζει με κρασί καθώς ήταν από το ρούμι και από το κονιάκ, τα γέμισε. Και είχαμε κρασί από 2-3 ετών κρασιά. Για φάρμακο έρχονταν και τα ψώνιζε ο κόσμος. Τα είχαμε εκεί σε ένα υπόγειο. 



    Στο άλμπουμ ένα σπίτι φαίνεται εκεί μπροστά διώροφο ψηλό ο αδελφός μου όταν το έστειλε το άλμπουμ αυτό είχε βάλει σταυρό με κόκκινη μελάνι για να το γνωρίσω εγώ το σπίτι. Εγώ το γνώρισα και χωρίς να το σημαδέψει το θυμόμουν. Είχαμε το υπόγειο εκεί και κατεβαίναμε τα σκαλάκια είχαμε βαρελάκια. Εκεί στο υπόγειο και τι δεν είχαμε, μεγάλοι κάδοι που βάζαμε αρμιά, το γέμιζαν νερό, το γέμιζαν λάχανα. Δυο τρεις γειτόνισσες εκεί  κάθε μια έφερνε τα λάχανα της και το γέμιζαν αυτό το βαρέλι την μπαραγκούντα αυτή. Από κάτω είχε μια και κάνουλα που έβγαινε ζουμί. Αυτή την αρμιά  ξέρεις πως την κάναν; Σχίζουν τα λάχανα σταυροειδώς λιγάκι στο κάθε λάχανο η κάθε μια έβαζε ένα ξυλάκι και ήξερε ότι αυτό είναι το δικό της το λάχανο και αλάτι και νερό και ξυνίζει το λάχανο στην μπαραγκούντα και γίνεται το αρμόζουμο και αρμιά για το χειμώνα. Είχε ένα βαρελάκια με βούτυρο, ένα βαρέλι με τυρί μπάτζιο στην αρμύρα, ένα βαρελάκι με ούρδα κ.τ.λ. Γεμάτο το υπόγειο θυμάμαι. Είχαμε και κήπο, κάτι ωραία χόρτα που έβγαιναν, πω πω τι νοστιμάδα εκεί, κάτι λάπατα, κάτι μπουμπουδιές στον κήπο που είχαμε ! Τα αγγουράκια γίνονταν τον Ιούλιο μήνα και τα σκέπαζε  η μάνα μου να μην πάμε και τα κόβουμε, τα σκέπαζε με φύλλα να μην φαίνονται. Μεγάλωναν γίνονταν τέτοια, τότε τα έκοβε και έπαιρνε ένα αγγούρι, τέτοιο μεγάλο και το έκοβε σαν λακέρδα φελιά φελιά και μας έδινε από ένα κομμάτι όλοι να φάμε, όχι μικρά. Και πέρναμε ένα κομμάτι ψωμί και να δαγκώνεις και λίγο αγγούρι. Και τι να φάς; Όλο δύναμη, όλο αίμα (…γελά…) Ήταν το κλίμα εκεί και να τα μάγουλα κόκκινα κόκκινα, το οξυγόνο, τι είναι το οξυγόνο για τον άνθρωπο.


Οικία Παντελή Γκίνη
    

    Είχε και ένα εκκλησάκι εκεί επάνω από το χωριό στο βουνό ένα ύψωμα ήταν του Αγίου Αθανασίου.1 Εκεί πήγαιναν οι γυναίκες, άνοιγαν. Η καθολική εκκλησία ήταν ο Άγιος Γεώργιος.2 Απάνω ήταν ο Αη Θανάσης, τον άνοιγαν οι γυναίκες και κάναν λειτουργίες. Εμένα με έπαιρναν οι παπάδες έκανα τον ψάλτη. Ο παπάς λειτουργούσε στον Άι Θανάση, όσο να ανέβουμε απάνω, ήταν χειμώνας κιόλας δυο μέτρα χιόνι να είναι παγωμένο το χιόνι και από πάνω να περπατάμε να φτάσουμε στον Άι Θανάση. Όταν κατεβαίναμε πω πω τι ήταν εκείνο, πως κατεβαίναμε πως ανεβαίναμε; Γυναίκες παιδιά, παπάδες, παππούδες. Θυμάμαι εγώ έκανα τον ψάλτη, “Άγιος ο Θεός, ταις πρεσβείες της Θεοτόκου…”, ο παπάς μέσα λειτουργούσε  και έλεγε τον δάσκαλο ο παπάς να μην με βάλει απουσία ο δάσκαλος, γιατί δεν πήγαινα εκείνη την ημέρα στο σχολείο πρωί πρωί, γιατί τον Παντελή τον είχαμε να μας βοηθάει και βγάζαμε τη λειτουργία. Και έτσι δεν με έβαζε απουσία ο δάσκαλος, πήγαινε ο παπάς συνηγορούσε που με έπαιρναν μαζί τους.


Το Παρεκκλήσιο του Αγίου Αθανασίου, όπου ο νεαρός Παντελής έψελνε.


    Το καλοκαίρι ήταν ωραία η Δάρδα. Είχαμε και ένα νερό, μια βρύση, μια πηγή το λέγαμε “βρωμονέρι”. Αυτό το “βρωμονέρι” όταν το έπινες νόμιζες ότι πίνεις νερό από κλούβια αυγά, τόσο βρωμούσε και εκεί που έπεφτε ήταν άσπρος ο τόπος από τη σόδα που είχε το νερό που έτρεχε. Έτρωγες το ξεροκόμματο, έπινες από αυτό το νερό και γύριζες νηστικός. Πως χώνευε αυτό; Χωνευτικό πολύ. Και έρχονταν από την Κορυτσά, το έβαζαν σε γκαζοτενεκέδες, το σφράγιζαν το νερό αυτό και το πήγαιναν στην Κορυτσά και οι πλούσιοι της Κορυτσάς το έπαιρναν για φάρμακο αυτό το νερό από τη Δάρδα. Ήταν και κάτι δένδρα πανύψηλα, ένα τοπίο πρώτης τάξεως ωραίο. Σκέπτομαι καμιά φορά να μπορούσα να πάω. Ποιον να δώ εκεί; Κανέναν.

Το καλοκαίρι χόρτο από το βουνό με τα δρεπάνια το έκοβαν το φόρτωναν   όσοι είχαν οι άντρες εκεί κανένα ζώο καλά, οι γυναίκες, οι άντρες 2-3 χρόνια εκεί στα ξένα έρχονταν το καλοκαίρι 1-2 μήνες και φεύγαν. Πήγαιναν γυναίκες και έκοβαν τα χόρτα στα βουνά και το φορτώνονταν στην πλάτη να το φέρναν στο χωριό, ανέβα, κατέβα, ανηφόρες και κατηφόρες και παλιόδρομοι, τι τραβούσαν εκεί οι γυναίκες, τί τραβούσαν, τι δυσκολίες, πω, πω, πω, πώς ζούσαν οι άνθρωποι εκεί. 


Η οικία όπως είναι σήμερα 2000


Από φαΐ δε μή ρωτάς. Τυροφαγία, νηστεία, το καλοκαίρι περίμενα πότε να γίνουν τα κορόμηλα και ανέβαινα στις κορομηλιές, κόβαμε κορόμηλα και ένα κομμάτι ψωμί, ψωμί και κορόμηλα. Είχαμε και ένα κήπο παρακάτω από το σπίτι εκεί και έρχονταν το νερό από μια βρύση εκεί από το χωριό, για πότισμα ήταν. και φύτευε η μάνα μου αγγουριές και όταν γίνονταν τα αγγουράκια για να μην πάμε εμείς και τα κόψουμε και τα φάμε ή κανένας άλλος, τα σκέπαζε με φύλλα με άλλα χόρτα για να μην πάει και τα κόψει κανένας. Και όταν γίνονταν μεγάλα σαν το χέρι σαν το μπράτσο, μια πήχη το ένα και χοντρά χοντρά, έφερνε το αγγούρι πήγαινε το έκοβε απάνω στο σπίτι, το ξεφλούδιζε και μας έκοβε από μια φέτα αγγούρι και την κομμάτα στο χέρι, να τρως και να δαγκώνεις και λίγο αγγούρι, τι να φας όλο δύναμη όλο αίμα (…γέλια..), ψωμί και αγγούρι, χωρίς αλάτι, χωρίς τίποτα.

Το καλοκαίρι, όταν γινόταν τα πεπόνια, τα καρπούζια, εμείς εκεί στην Δάρδα δεν γινόταν τέτοια πράγματα. Παρακάτω ήταν τα χωριά τα τούρκικα, οι Τούρκοι είχαν την καλύτερη γη. Είχαν κανένα, χωράφι, έβγαζαν και λίγο στάρι πουλούσαν και σε εμάς, καλαμπόκι, βρίζα, μας τα έφερναν εκεί. Που θα πάνε να τα πουλήσουνε αυτοί; Στη Δάρδα. Τα κουβαλούσαν με τα ζώα, τα γαϊδούρια, στη Δάρδα, στη Δάρδα, σε δυο κόφες τα σταφύλια σε άλογο, στο γαϊδούρι, έρχονταν και φώναζαν ρους, ρους ρους. Βγαιναν οι γυναίκες εκεί και παίρναν μια οκά δυο οκάδες σταφύλια. Ήταν αραιά τα κοφίνια πλεγμένα και βγάζαμε καμιά ρόγα από τις χαραματάδες και την τρώγαμε. Ή όταν έρχονταν ο χαλβαντζής από την Κορυτσά με το άλογο είχε δυο κασόνια. Το ένα κασόνι είχε χαλβά, από αυτόν το ταχίνι και τον άλλον τον άσπρο  και από το άλλο μέρος είχε σιδερικά, γιατί τον χαλβά τον πουλούσε και με λεφτά, αλλά άμα είχαμε τίποτα σιδερικά, πέταλα, μπρούτζινα, μαντάνια, χίλια δυο πράγματα, τα έπαιρνε ο χαλβαντζής και έδινε λίγο χαλβά. Τα πουλούσαμε κάτι κηροπήγια μπρούντζινα που βρίσκονταν τότε. 

Το χειμώνα ήταν μεγάλη η νύχτα κάθονταν οι καημένες οι γυναίκες όλη νύχτα έπαιρναν τα μαλλιά από τα πρόβατα τα φλοκάρια αυτά από τα πρόβατα, πάλι οι Τούρκοι τα πουλούσαν αυτά. Έπαιρνε η μάνα μου εκεί τα μαλλιά, τα δέματα τα φλοκάρια από τα πρόβατα, τα ζεματούσε και αυτήν την σαρία, το νερό αυτό που ζεματούσε τα μαλλιά από τα πρόβατα, έμενε ένα νερό θολό και το είχαν για φάρμακο. Και θυμάμαι από τότε με πονούσαν τα πόδια μου εμένα. Θυμάμαι είχαμε ένα κελάρι κάτω στην είσοδο στο σπίτι εκεί και έπαιρνε έναν γκαζοτενεκέ και αυτό το νερό το ζεματιστό από τη σαριά από τα πρόβατα με έβαζε τα πόδια και τα δυο ως το γόνα το νερό το ζεστό και με σκέπαζε και με μια κουβέρτα από πάνω να είμαι ζεστός να μην κρυώνω με πονούσαν τα πόδια και με έκανε αυτήν την θεραπεία για να με περνάν τα πόδια. Τι να με περάσουν τα πόδια από τα χιόνια από τα κρύα εκεί. 

Την νύχτα να κάνουν νυχτέρι. Και είχε εκεί τον αργαλιό να υφαίνει μάλλινα, να υφαίνει τα πανιά, δεν αγόραζαν πανιά, όλα τα ύφαιναν. Έπαιρναν μαλλί, βαμβάκι, το έστριβαν στην ανέμη, όλη νύχτα, νυχτέρι να φτιάχνουν τα μαλλιά, να πάνε στον αργαλιό να υφαίνει, να βγάζει υφάσματα μάλλινα, πανία, να φτιάχνει εμάς βρακάκια, αντεριά, πουκάμισα οι γυναίκες, τις κάλτσες, να κάνει νήματα, να γνέθει τα μαλλιά, ύστερα με τις βελόνες να πλέξει τις κάλτσες. Όλη νύχτα νυχτέρι. Το φως ποιο ήταν; Το δαδί ήταν ο φωτισμός, αυτός ήταν ο φωτισμός. Eίχαμε και κάτι πυροστιές σιδερένιες απάνω η πυροστιά ήταν ένα σίδερο με τρία ποδαράκια στέκονταν όρθιο και απάνω ήταν σαν δίσκος γύρω γύρω καγκελάκια σιδερένιο και έπαιρναν το δαδί. Tο δαδί το πωλούσαν οι Τούρκοι. Πού να το βρούμε το δαδί στα βουνά; Πήγαιναν στα βουνά οι Τούρκοι με τα γαϊδουράκια και έρχονταν και πωλούσαν δαδί, δαδί, δαδί, όλα τα σπίτια εφοδιάζονταν με δαδί, για να έχουν φως το χειμώνα τη νύχτα. Το έσχιζαν σε λεπτά κομμάτια και το έβαζαν κοντά στο τζάκι, για να φεύγει ο καπνός. Τι να σε φωτίσει το δαδί τώρα, τι να σε φωτίσει; Ύστερα βγήκαν τα γκαζούλια, έπαιρναν πετρέλαιο και βάζαν και λίγο βενζίνη και ξύλα στο τζάκι ,ένα κούτσουρο μεγάλο, αυτό ήταν μόνιμο εκεί πέρα και άλλα ξύλα μικρότερα, πυροστιές εκεί γύρω-γύρω δυο να ζεσταίνεται. Να καθόμαστε εκεί στο δωμάτιο δεξιά από το τζάκι και αριστερά από μια ψάθα και μια στη μέση ξαπλωμένοι γύρω από τη φωτιά, με τα ποδάρια προς τη φωτιά να ζεσταίνονται τα πόδια. Άμα ζεσταίνονταν τα πόδια ζεσταίνονταν και το σώμα, σκεπασμένοι εκεί όλη τη νύχτα.



--------------------------------------------------------------------------------------------------------------

1. Το Παρεκκλήσιο του Αγίου Αθανασίου είναι πολύ αρχαιότερο και πιθανότατα να ήταν αυτό η πρώτη εκκλησία στην Δάρδα. Στην αυλή της υπήρχε Κελλίον με τρία ή τέσσερα δωμάτια, που φαίνονται από τα σωζόμενα θεμέλια. Ο Ιερομόναχος Γρηγόριος Ζτρούλης, καλλιτέχνης ζωγράφος, το έτος 1895 με του από αδελφή ανεψιού και  υποτακτικού αυτού Σπυρίδωνα Μοναχού Ζωγράφου (εκ της οικογένειας Π. Ντούγκα), αφού από τα θεμέλια ανακαινίσθηκε ο Ναός δαπάνη κοινότητας εξετέλεσε όλη σχεδόν την αγιογραφική εργασία του Ναού δωρεάν. (π. Σπύρου Ζεγκού (1927), Βιογραφία Πολυκάρπου Δαρδαίου &  Σύντομος Περιγραφή της Δάρδας, σελ 107,108, Αθήνα).

2. Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου κτίσθηκε το 1839. Σε αυτή την εκκλησία το 1850 αναρτήθηκε με άδεια της Τουρκικής Κυβέρνησης καμπάνα εξαιρετικώς και αποκλειστώς για το Άγιο Γεώργιο της Δάρδας. Ο Ιωάννης Θέμελης, φίλος του τότε Μεγάλου Βεζύρη ενήργησε και έλαβε την εξαιρετική άδεια και έφερε από την Πάτρα δυο καμπάνες. Σε καμιά άλλη πόλη ή χωριό έως τότε δεν υπήρχε καμπάνα, αλλά σήμαντρα σιδερένια ή ξύλινα, σε όλη την Μακεδονία, Ήπειρο και Αλβανία. (π. Ζέγκου, 107).

3. Φωτογραφία: Δάρδα 1935 - Adriana  Stefani

4.Φωτογραφία: Δάρδα 1890  -  π. Σπύρου Ζέγκου (1927), Βιογραφία Πολυκάρπου Δαρδαίου& Σύντομος Περιγραφή της Δάρδας, Αθήνα)

5. Φωτογραφία: Παρεκκλήσιο Αγίου Αθανασίου - Αdriana Stefani

ΓΚΙΝΗΣ ΠΑΝΤΕΛΗΣ 1887-1988 : ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

       Ο Παντελής Γκίνης στο τελευταίο εργαστήρι του επί της οδού Ηπείρου 75


 Ο Παντελής Γκίνης γεννήθηκε στο ορεινό χωρίο Δάρδα, τόπος καταγωγής του Εθνομάρτυρα Επισκόπου Λαρίσης  Πολύκαρπου Δαρδαίου, ο οποίος καρατομήθηκε στην κήτη του Πηνειού το 1821 υπό του Μαχμούτ Πασά.  Η Δάρδα (Dardha=αχλαδιά)1 είναι κατά την τοπική παράδοση η μαγεία των δέκα χιλιάδων πεύκων. Βρίσκεται 19 χιλιόμετρα νοτιοανατολικά της Κορυτσάς και άλλα τόσα χιλιόμετρα από τα Ελληνικά σύνορα της Κρυσταλλοπηγής του Νομού Καστοριάς. Σε υψόμετρο 1344 μέτρων στο όρος Μοράβα, γνωστή για το εξαιρετικό κλίμα και το φυσικό περιβάλλον, όπως επιβεβαίωνε κατά τα λεγόμενα και ο παππούς Παντελής, για τις  λαογραφικές παραδόσεις και την προσφορά στο πολιτισμό. Είναι ένα χωριό το οποίο οικοδομήθηκε σταδιακά, το 1630,  από ανθρώπους εκδιωχθέντες,  αφενός από τους Οθωμανούς αρνούμενοι να εξισλαμισθούν, αφετέρου από αλλαξοπισθέντες αδελφούς οι οποίοι κατά μαρτυρίες υπήρξαν οι χειρότεροι διώκτες τους.

       Ο πατέρας και ο παππούς του Παντελή, Κωνσταντίνος, και Σωτήρης αντίστοιχα εργαζόταν ως υλοτόμοι στο  Άγιο Όρος. Υπήρχε μια μακροχρόνια παράδοση Δαρδαίων υλοτόμων πάππου προς πάππο οι οποίοι δραστηριοποιούνταν στους ορεινούς όγκους της Ελληνικής επικράτειας, αλλά και σε άλλες ορεινές περιοχές των Βαλκανίων, στα λεγόμενα «πριονιστήρια». Η μητέρα του ονομάζονταν Βασιλική Στάγιο. Η οικογένεια Γκίνη είχε επιλέξει το Άγιο Όρος. Και αυτή θα ήταν η τύχη του Παντελή,  στο Όρος να μάθει την τέχνη της υλοτομίας, αν ο πατέρας του δεν εντόπιζε νωρίς το ταλέντο στη ζωγραφική. 

    Όταν ο  Παντελής τελείωσε το Δημοτικό σχολείου της Δάρδας,   το 1903-1904  περίπου σε ηλικία 13 ετών, ο πατέρας του Κωνσταντίνος διαπιστώνοντας  την κλίση του γιού του στο σχέδιο και τη ζωγραφική, αποφάσισε να τον πάρει μαζί του στο Άγιο Όρος για να μάθει την τέχνη της αγιογραφίας. Τον έγραψε στο εργαστήρι αγιογραφίας του Κελίου Ευαγγελισμός της Θεοτόκου στις Καρυές, εξάρτημα, της Μονής Αγίου Διονυσίου, καταβάλλοντας ως δίδακτρα 30 χρυσές λίρες Τουρκίας.2 Στο εργαστήρι δίδασκε την αγιογραφία ο φημισμένος Δαρδαίος  αγιογράφος και ηγούμενος του Κελίου ιερομόναχος Γρηγόριος Ζντρούλης (1841-1906). Στο εργαστήρι μάθαιναν την αγιογραφική τέχνη πολλοί ταλαντούχοι Δαρδαίοι όπως ο Βαγγέλης Ζέγκος με τα αδέλφια του Ευθύμη και Νικόλαο, ο Σωτήρης και Θεόδωρος Κέρε,  ο Σπύρος Ντούνκα, ο Γρηγόριος Ζντρούλης ανεψιός του ηγούμενου. Εκεί παρέμεινε ως μαθητής πέντε χρόνια και μετά εργάστηκε για λογαριασμό του εργαστηρίου, ως νέος αγιογράφος περίπου για άλλα τρία χρόνια. Μια από τις σπουδαιότερες ιστορικές παραγγελίες του εργαστηρίου, όπου συμμετοχή είχε ο Παντελής Γκίνης, ήταν η αγιογράφηση του επιβλητικού Ναού Αγίου Γεωργίου Κορυτσάς, ο οποίος ισοπεδώθηκε από το κομμουνιστικού καθεστώτος της Αλβανίας. 
     Και επειδή μιλάμε για το αδίστακτο κυνηγητό κάθε θρησκεύματος την περίοδο εκείνη, αξίζει να μνημονεύσουμε το έργο ζωής του θεολόγου Θεοφάνη Πόππα, ο οποίος σπούδασε θεολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών, με τη βοήθεια και στήριξη της χριστιανικής οργάνωσης «Ζωής». Και ενώ του προτάθηκε να μείνει στην Αθήνα και να εργαστεί ως θεολόγος, προτίμησε να επιστρέψει στην Αλβανία, όπου έθεσε ως σκοπό της ζωής του να περισώσει αγιογραφίες από το ανελέητο καταστροφικό μένος του άθεου καθεστώτος, μεταξύ των οποίων και αγιογραφίες του νεαρού τότε αγιογράφου Παντελή. Εκτιμάται ότι διέσωσε περίπου 6300 αγιογραφίες πολλές από τις οποίες βρίσκονται στο Μουσείο Μεσαιωνικής τέχνης στην Κορυτσά.3
    Με την επικράτηση των Νεότουρκων στα εδάφη της Οθωμανικής Αυτο κρατορίας, αλλάζει η νομοθεσία περί απαλλαγής της στρατιωτικής θητείας  των νέων διαφόρων εθνοτήτων οι οποίοι πλήρωναν τότε ως αντίτιμο ένα ποσό απαλλαγής.  Όφειλαν πλέον να κατατάσσονται υποχρεωτικά για να υπηρετήσουν την στρατιωτική τους θητεία στον Οθωμανικό στρατό. Όταν ήρθε η σχετική διαταγή  το 1911, στον νεαρό αγιογράφο Παντελή, συζητώντας το θέμα με τον πατέρα και τους ανθρώπους του Κελίου αποφασίστηκε να μην στρατευτεί. Προκειμένου να μη συλληφθεί ως ανυπότακτος, εξαναγκάστηκε ο νεαρός αγιογράφος Παντελής να φύγει λαθραίως από το Άγιο Όρος στην ελεύθερη Ελλάδα, της οποίας τα σύνορα τότε ήταν μέχρι την Ελάσσωνα. Μπήκε σε ένα Ρωσικό καράβι που έκανε την διαδρομή Οδυσσός-Κωνσταντινούπολη-Δάφνη (λιμάνι Αγίου Όρους)-Θεσσαλονίκη-Βόλος-Χαλκίδα-Πειραιάς. Υπό του φόβου μην γίνει αντιληπτός και συλληφθεί από ενδεχόμενο τελωνειακό  έλεγχο των Τουρκικών αρχών στο λιμάνι της Θεσσαλονίκης κρύφτηκε στην καμπίνα καθ’ υπόδειξη ενός ναύτη που γνώρισε στο πλοίο. ΄Οταν το καράβι προσέγγισε τα ελληνικά χωρικά ύδατα, βγήκε από την κρυψώνα. Κατέβηκε στο λιμάνι του Βόλου άγνωστος μεταξύ αγνώστων. Εκεί αφού έμεινε λίγες ημέρες αποφάσισε να πάρει το τρένο με προορισμό τη Λάρισα. 

    Στη Λάρισα γνώριζε, ήδη από το Άγιο Όρος, έναν  Λαρισαίο καταστηματάρχη έμπορο εκκλησιαστικών ειδών ονόματι Παπαγεωργίου,  ο οποίος αγόραζε εκκλησιαστικά είδη από τις Καρυές και τα πουλούσε στο μαγαζί του στη Λάρισα. Ο Παπαγεωργίου τον συνέστησε στον Σαμαριναίο αγιογράφο-φωτογράφο Ιωάννη Παντοστόπουλο, ο οποίος τον προσέλαβε στο εργαστήρι του.

    Την ίδια περίοδο στη Λάρισα δραστηριοποιούνταν ο αγιογράφος Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου, ο οποίος σημειωτέον δίδαξε την ζωγραφική τέχνη στον  Αγήνορα Αστεριάδη. Μικρή πόλη η Λάρισα, γνωρίστηκαν και συγκατοικούσαν σε ένα διώροφο οίκημα στη συμβολή των οδών Ηπείρου - Ψαρρών και Παπαναστασίου στη συνοικία του Αγίου Νικολάου. Όμως καθένας εργάζονταν για τον εαυτό του. Ο φωτογράφος Γεράσιμος Δαφνόπουλος τους πρότεινε να συνεταιριστούν, ώστε να πετύχουν καλύτερη επαγγελματική προοπτική. Η επαγγελματική διορατικότητα του Δαφνόπουλου βγήκε αληθινή, γιατί συνεργάστηκαν αδιαλείπτως αρμονικά για περισσότερο από 50 χρόνια.

    Ο Παντοστόπουλος προξένεψε στο νεαρό αγιογράφο Παντελή την αδελφή της γυναίκας του την Σταματίνα Μυτάκου, που κατά τα λεγόμενα του παππού Παντελή ήταν αξιόλογη επαγγελματίας φωτογράφος. Ο γάμος τους δεν έμελλε να κρατήσει για πολύ.  Η Σταματίνα αρρώστησε βαριά. Ο Παντελής τη μετέφερε στην Αθήνα με την ελπίδα να γίνει καλά, τον Δεκέμβριο του 1916, τότε που η πρωτεύουσα σπαράσσονταν από εκτεταμένα επεισόδια των λεγόμενων «Δεκεμβριανών των Επιστράτων». Η Σταματία έφυγε από την ζωή και θάφτηκε στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Από τον πρώτο γάμο δεν υπήρξαν παιδιά. Ο Παντελής Γκίνης τέλεσε δεύτερο γάμο το 1921 με την Λουκία Βλησσαρίδη, κόρη του γνωστού επιπλοποιού-φερετροποιού Δημήτρη Βλησσαρίδη με καταγωγή από τα Αμπελάκια Λάρισας.  Από το γάμο τους απέκτησαν δυο γιούς και δυο κόρες.

    Οι Παπαμερκουρίου-Γκίνης υπέγραφαν τις αγιογραφίες από κοινού, ταυτιζόμενοι εικαστικά σε τέτοιο βαθμό ώστε, να μην ξεχωρίζουν τα έργα τους.  Ο Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου έφυγε από τη ζωή το 1973. Ο παππούς Παντελής συνέχισε να εργάζεται μόνος στο τελευταίο εργαστήρι επί της οδού Ηπείρου 75 μέχρι το 1976 σε ηλικία 89 ετών. Μαζί με τα χρόνια μαθητείας η συνολική καλλιτεχνική πορεία  διήρκεσε 70 χρόνια !

    Οι Παπαμερκουρίου-Γκίνης υπήρξαν οι φίρμες της εποχής τους. Ζωγράφιζαν επίσης κοσμικά θέματα κυρίως νεκρές φύσεις. Δίδασκαν την τέχνη της ζωγραφικής σε νέους της πόλης. Ο Παντελής Γκίνης δραστηριοποιήθηκε επαγγελματικά με την φωτογραφία κυρίως τοπίων αλλά και επιστολικών δελταρίων. Έργα τους βρίσκουμε σε ναούς παλαιού και νέου ημερολογίου, σε μοναστήρια, σε εξωκκλήσια, σε κοιμητηριακούς ναούς, σε ιδιωτικές συλλογές.

    Μέχρι σήμερα (2025) έχουμε καταγράψει, με ενυπόγραφες, αλλά και προφορικές άδειες των οικείων μητροπολιτών, περί τις 1008 αγιογραφίες ευρισκόμενες σε ναούς της πόλης της Λάρισας, των χωριών του Νομού Λάρισας,   σε ορισμένους ναούς των  Νομών Τρικάλων, και Πιερίας, στο Σύδνεϊ της Αυστραλίας. Η έρευνα συνεχίζεται.

    Ο Παντελής Γκίνης τιμήθηκε το 1986 από τον Δήμο Λαρισαίων για την καλλιτεχνική  του προσφορά στην πόλη.

Το Λαογραφικό Μουσείο Λάρισας οργάνωσε το 1992 έκθεση Λαρισαίων φωτογράφων, μεταξύ των οποίων ήταν και ο Παντελής Γκίνης. 

Το Εθνικό Μουσείο Μεσαιωνικής Τέχνης Κορυτσάς διοργάνωσε τον Σεπτέμβριο του 2021 αφιερωματική συλλογική έκθεση των Δαρδαίων αγιογράφων, μεταξύ των οποίων υπήρχαν δυο έργα του Παντελή Γκίνη. 



----------------------------------------------------------------------------------------------------------------------------

1. http://www.dardha.org/en/.   Πρόκειται για ένα εμπεριστατωμένο site, της Adriana Stefani, αφιερωμένο στη Δάρδα με πλήθος ιστορικών αναφορών των οικογενειών της κοινότητας.

2. Χαρακτηριστικά Τουρκικής Λίρας: Βάρος 7,216 gr - Καθαρότητα 917=22κ (όσο και η Αγγλική λίρα) - Έτος 1876-1908 - Διάμετρος 22,0 mm

3. Κασκαντάμης Βασίλειος, «Θεοφάνης Πόπα, ένας σύγχρονος ιεραπόστολος», Εκδόσεις : Η Έλαφος, Αθήνα.


Σάββατο 27 Σεπτεμβρίου 2025

ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΣ ΠΑΠΑΜΕΡΚΟΥΡΙΟΥ 1880-1973 : ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΟ

 Ο Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου ποζάροντας ως «φωτογραφικό μοντέλο ανθίβολου», για τις εικαστικές  ανάγκες του εργαστηρίου.

    Για τον Χρυσόστομο Παπαμερκουρίου δεν γνωρίζουμε πολλές λεπτομέρειες για τη ζωή του. Κατά μαρτυρία της κόρης του Παντελή Γκίνη, γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη. Από εκεί πήγε στο Άγιο Όρος όπου έμαθε την τέχνη της αγιογραφίας. Βρέθηκε να εργάζεται στην Λάρισα ως αγιογράφος. Μικρή πόλη τότε η Λάρισα γνωρίστηκε με τον Παντελή Γκίνη και συγκατοικούσαν σε ένα μικρό σπίτι στην συμβολή των οδών Ψαρρών-Ηπείρου-Παπαναστασίου. Εργάζονταν καθένας για τον εαυτό του. Ώσπου ο φωτογράφος Γεράσιμος Δαφνόπουλος τους πρότεινε να συνεργαστούν-συνεταιριστούν για να πετύχουν καλύτερες επαγγελματικές προοπτικές. Τον άκουσαν. Υπήρξαν συνέταιροι εφ' όρου ζωής. Συνυπέγραφαν τα έργα τους. 
    Ο Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου παντρεύτηκε την Νίστα Όθων και απέκτησαν μια κόρη την Μαρίκα, η οποία έμαθε την τέχνη της ζωγραφικής από την πατέρα της. «Απόφοιτησε από την Ανωτέρα Σχολή Καλών Τεχνών το 1935 και σαν κόρη φημισμένου ζωγράφου και φωτογράφου είχε όλες τις προοπτικές να αναδειχθεί. Όμως η πρώτη της έκθεση που έγινε στη Λάρισα, παρά τα εγκωμιαστικά σχόλια των εφημερίδων και των κριτικών τέχνης, δεν είχε την αναμενόμενη επιτυχία».1 Εξαιτίας αυτού του γεγονότος εγκατέλειψε την ζωγραφική τέχνη. 
    Ο φημισμένος ζωγράφος Αγήνωρ  Αστεριάδης (1889-1977),  που γεννήθηκε στην Λάρισα στις 24 Αυγούστου 1889, νεαρός ακόμη και ενώ φοιτούσε στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου έπαιρνε μαθήματα σχεδίου από τον ζωγράφο  Χρυσόστομο Παπαμερκουρίου. 2  
   Ο Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου έφυγε από τη ζωή στη Λάρισα το 1973.



2. Παπαθεοδώου Ν., «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», σελ. 133, Λάρισα, 2016.