«Θυμάμαι ήμουν μικρός, ήρθε ο πατέρας μου, μια φορά, είχε και 3 ζώα φορτωμένα. Κίνησε μια βδομάδα πορεία από το Άγιο Όρος ξεκίνησε να φτάσει στη Δάρδα. Όταν πέρασε από την Θεσσαλονίκη να μην έρθει άδειος, πηγαίνει στη Θεσσαλονίκη και παίρνει τα δυο ζώα 4 βαρελάκια θυμάμαι κονιάκ και ρούμι κ.τ.λ. ήρθε τα ξεφόρτωσε κάθησε το καλοκαίρι πήγαινε Κορυστά μας ψώνιζε, έρχονταν πάλι. Η μάνα μου Θεός σχωρες΄την γεμάτο λεπτά ήταν το μπαούλο, είχε ένα σεντούκι εκεί και τα έκρυβε τα λεπτά. Πωλούσε είχαν μάθει όλο το χωριό, με τα μπουκαλάκια έρχονταν εκεί ένα 100σταράκι, ένα 50ράκι και αγόραζαν κονιάκ και ρούμι όλο το χωριό. Πάμε στη Βασίλω την Γκίνο εκεί θα πάρομε ρούμι, άλλοι για φάρμακο, άλλοι για να πιούν. Ύστερα στο άλλο ταξίδι είχαν αδειάσει αυτά τα βαρελάκια από το ρούμι και το κονιάκ και πήγαινε στη Νάουσα. Εκεί στη Νάουσα περίφημα κρασιά, πάει και φέρνει στα τουλούμια κρασιά και τα ρίχνει σε αυτά τα βαρελάκια τα γεμίζει με κρασί καθώς ήταν από το ρούμι και από το κονιάκ, τα γέμισε. Και είχαμε κρασί από 2-3 ετών κρασιά. Για φάρμακο έρχονταν και τα ψώνιζε ο κόσμος. Τα είχαμε εκεί σε ένα υπόγειο.
Στο άλμπουμ ένα σπίτι φαίνεται εκεί μπροστά διώροφο ψηλό ο αδελφός μου όταν το έστειλε το άλμπουμ αυτό είχε βάλει σταυρό με κόκκινη μελάνι για να το γνωρίσω εγώ το σπίτι. Εγώ το γνώρισα και χωρίς να το σημαδέψει το θυμόμουν. Είχαμε το υπόγειο εκεί και κατεβαίναμε τα σκαλάκια είχαμε βαρελάκια. Εκεί στο υπόγειο και τι δεν είχαμε, μεγάλοι κάδοι που βάζαμε αρμιά, το γέμιζαν νερό, το γέμιζαν λάχανα. Δυο τρεις γειτόνισσες εκεί κάθε μια έφερνε τα λάχανα της και το γέμιζαν αυτό το βαρέλι την μπαραγκούντα αυτή. Από κάτω είχε μια και κάνουλα που έβγαινε ζουμί. Αυτή την αρμιά ξέρεις πως την κάναν; Σχίζουν τα λάχανα σταυροειδώς λιγάκι στο κάθε λάχανο η κάθε μια έβαζε ένα ξυλάκι και ήξερε ότι αυτό είναι το δικό της το λάχανο και αλάτι και νερό και ξυνίζει το λάχανο στην μπαραγκούντα και γίνεται το αρμόζουμο και αρμιά για το χειμώνα. Είχε ένα βαρελάκια με βούτυρο, ένα βαρέλι με τυρί μπάτζιο στην αρμύρα, ένα βαρελάκι με ούρδα κ.τ.λ. Γεμάτο το υπόγειο θυμάμαι. Είχαμε και κήπο, κάτι ωραία χόρτα που έβγαιναν, πω πω τι νοστιμάδα εκεί, κάτι λάπατα, κάτι μπουμπουδιές στον κήπο που είχαμε ! Τα αγγουράκια γίνονταν τον Ιούλιο μήνα και τα σκέπαζε η μάνα μου να μην πάμε και τα κόβουμε, τα σκέπαζε με φύλλα να μην φαίνονται. Μεγάλωναν γίνονταν τέτοια, τότε τα έκοβε και έπαιρνε ένα αγγούρι, τέτοιο μεγάλο και το έκοβε σαν λακέρδα φελιά φελιά και μας έδινε από ένα κομμάτι όλοι να φάμε, όχι μικρά. Και πέρναμε ένα κομμάτι ψωμί και να δαγκώνεις και λίγο αγγούρι. Και τι να φάς; Όλο δύναμη, όλο αίμα (…γελά…) Ήταν το κλίμα εκεί και να τα μάγουλα κόκκινα κόκκινα, το οξυγόνο, τι είναι το οξυγόνο για τον άνθρωπο.
Είχε και ένα εκκλησάκι εκεί επάνω από το χωριό στο βουνό ένα ύψωμα ήταν του Αγίου Αθανασίου.1 Εκεί πήγαιναν οι γυναίκες, άνοιγαν. Η καθολική εκκλησία ήταν ο Άγιος Γεώργιος.2 Απάνω ήταν ο Αη Θανάσης, τον άνοιγαν οι γυναίκες και κάναν λειτουργίες. Εμένα με έπαιρναν οι παπάδες έκανα τον ψάλτη. Ο παπάς λειτουργούσε στον Άι Θανάση, όσο να ανέβουμε απάνω, ήταν χειμώνας κιόλας δυο μέτρα χιόνι να είναι παγωμένο το χιόνι και από πάνω να περπατάμε να φτάσουμε στον Άι Θανάση. Όταν κατεβαίναμε πω πω τι ήταν εκείνο, πως κατεβαίναμε πως ανεβαίναμε; Γυναίκες παιδιά, παπάδες, παππούδες. Θυμάμαι εγώ έκανα τον ψάλτη, “Άγιος ο Θεός, ταις πρεσβείες της Θεοτόκου…”, ο παπάς μέσα λειτουργούσε και έλεγε τον δάσκαλο ο παπάς να μην με βάλει απουσία ο δάσκαλος, γιατί δεν πήγαινα εκείνη την ημέρα στο σχολείο πρωί πρωί, γιατί τον Παντελή τον είχαμε να μας βοηθάει και βγάζαμε τη λειτουργία. Και έτσι δεν με έβαζε απουσία ο δάσκαλος, πήγαινε ο παπάς συνηγορούσε που με έπαιρναν μαζί τους.
Το καλοκαίρι ήταν ωραία η Δάρδα. Είχαμε και ένα νερό, μια βρύση, μια πηγή το λέγαμε “βρωμονέρι”. Αυτό το “βρωμονέρι” όταν το έπινες νόμιζες ότι πίνεις νερό από κλούβια αυγά, τόσο βρωμούσε και εκεί που έπεφτε ήταν άσπρος ο τόπος από τη σόδα που είχε το νερό που έτρεχε. Έτρωγες το ξεροκόμματο, έπινες από αυτό το νερό και γύριζες νηστικός. Πως χώνευε αυτό; Χωνευτικό πολύ. Και έρχονταν από την Κορυτσά, το έβαζαν σε γκαζοτενεκέδες, το σφράγιζαν το νερό αυτό και το πήγαιναν στην Κορυτσά και οι πλούσιοι της Κορυτσάς το έπαιρναν για φάρμακο αυτό το νερό από τη Δάρδα. Ήταν και κάτι δένδρα πανύψηλα, ένα τοπίο πρώτης τάξεως ωραίο. Σκέπτομαι καμιά φορά να μπορούσα να πάω. Ποιον να δώ εκεί; Κανέναν.
Το καλοκαίρι χόρτο από το βουνό με τα δρεπάνια το έκοβαν το φόρτωναν όσοι είχαν οι άντρες εκεί κανένα ζώο καλά, οι γυναίκες, οι άντρες 2-3 χρόνια εκεί στα ξένα έρχονταν το καλοκαίρι 1-2 μήνες και φεύγαν. Πήγαιναν γυναίκες και έκοβαν τα χόρτα στα βουνά και το φορτώνονταν στην πλάτη να το φέρναν στο χωριό, ανέβα, κατέβα, ανηφόρες και κατηφόρες και παλιόδρομοι, τι τραβούσαν εκεί οι γυναίκες, τί τραβούσαν, τι δυσκολίες, πω, πω, πω, πώς ζούσαν οι άνθρωποι εκεί.
Από φαΐ δε μή ρωτάς. Τυροφαγία, νηστεία, το καλοκαίρι περίμενα πότε να γίνουν τα κορόμηλα και ανέβαινα στις κορομηλιές, κόβαμε κορόμηλα και ένα κομμάτι ψωμί, ψωμί και κορόμηλα. Είχαμε και ένα κήπο παρακάτω από το σπίτι εκεί και έρχονταν το νερό από μια βρύση εκεί από το χωριό, για πότισμα ήταν. και φύτευε η μάνα μου αγγουριές και όταν γίνονταν τα αγγουράκια για να μην πάμε εμείς και τα κόψουμε και τα φάμε ή κανένας άλλος, τα σκέπαζε με φύλλα με άλλα χόρτα για να μην πάει και τα κόψει κανένας. Και όταν γίνονταν μεγάλα σαν το χέρι σαν το μπράτσο, μια πήχη το ένα και χοντρά χοντρά, έφερνε το αγγούρι πήγαινε το έκοβε απάνω στο σπίτι, το ξεφλούδιζε και μας έκοβε από μια φέτα αγγούρι και την κομμάτα στο χέρι, να τρως και να δαγκώνεις και λίγο αγγούρι, τι να φας όλο δύναμη όλο αίμα (…γέλια..), ψωμί και αγγούρι, χωρίς αλάτι, χωρίς τίποτα.
Το καλοκαίρι, όταν γινόταν τα πεπόνια, τα καρπούζια, εμείς εκεί στην Δάρδα δεν γινόταν τέτοια πράγματα. Παρακάτω ήταν τα χωριά τα τούρκικα, οι Τούρκοι είχαν την καλύτερη γη. Είχαν κανένα, χωράφι, έβγαζαν και λίγο στάρι πουλούσαν και σε εμάς, καλαμπόκι, βρίζα, μας τα έφερναν εκεί. Που θα πάνε να τα πουλήσουνε αυτοί; Στη Δάρδα. Τα κουβαλούσαν με τα ζώα, τα γαϊδούρια, στη Δάρδα, στη Δάρδα, σε δυο κόφες τα σταφύλια σε άλογο, στο γαϊδούρι, έρχονταν και φώναζαν ρους, ρους ρους. Βγαιναν οι γυναίκες εκεί και παίρναν μια οκά δυο οκάδες σταφύλια. Ήταν αραιά τα κοφίνια πλεγμένα και βγάζαμε καμιά ρόγα από τις χαραματάδες και την τρώγαμε. Ή όταν έρχονταν ο χαλβαντζής από την Κορυτσά με το άλογο είχε δυο κασόνια. Το ένα κασόνι είχε χαλβά, από αυτόν το ταχίνι και τον άλλον τον άσπρο και από το άλλο μέρος είχε σιδερικά, γιατί τον χαλβά τον πουλούσε και με λεφτά, αλλά άμα είχαμε τίποτα σιδερικά, πέταλα, μπρούτζινα, μαντάνια, χίλια δυο πράγματα, τα έπαιρνε ο χαλβαντζής και έδινε λίγο χαλβά. Τα πουλούσαμε κάτι κηροπήγια μπρούντζινα που βρίσκονταν τότε.
Το χειμώνα ήταν μεγάλη η νύχτα κάθονταν οι καημένες οι γυναίκες όλη νύχτα έπαιρναν τα μαλλιά από τα πρόβατα τα φλοκάρια αυτά από τα πρόβατα, πάλι οι Τούρκοι τα πουλούσαν αυτά. Έπαιρνε η μάνα μου εκεί τα μαλλιά, τα δέματα τα φλοκάρια από τα πρόβατα, τα ζεματούσε και αυτήν την σαρία, το νερό αυτό που ζεματούσε τα μαλλιά από τα πρόβατα, έμενε ένα νερό θολό και το είχαν για φάρμακο. Και θυμάμαι από τότε με πονούσαν τα πόδια μου εμένα. Θυμάμαι είχαμε ένα κελάρι κάτω στην είσοδο στο σπίτι εκεί και έπαιρνε έναν γκαζοτενεκέ και αυτό το νερό το ζεματιστό από τη σαριά από τα πρόβατα με έβαζε τα πόδια και τα δυο ως το γόνα το νερό το ζεστό και με σκέπαζε και με μια κουβέρτα από πάνω να είμαι ζεστός να μην κρυώνω με πονούσαν τα πόδια και με έκανε αυτήν την θεραπεία για να με περνάν τα πόδια. Τι να με περάσουν τα πόδια από τα χιόνια από τα κρύα εκεί.
Την νύχτα να κάνουν νυχτέρι. Και είχε εκεί τον αργαλιό να υφαίνει μάλλινα, να υφαίνει τα πανιά, δεν αγόραζαν πανιά, όλα τα ύφαιναν. Έπαιρναν μαλλί, βαμβάκι, το έστριβαν στην ανέμη, όλη νύχτα, νυχτέρι να φτιάχνουν τα μαλλιά, να πάνε στον αργαλιό να υφαίνει, να βγάζει υφάσματα μάλλινα, πανία, να φτιάχνει εμάς βρακάκια, αντεριά, πουκάμισα οι γυναίκες, τις κάλτσες, να κάνει νήματα, να γνέθει τα μαλλιά, ύστερα με τις βελόνες να πλέξει τις κάλτσες. Όλη νύχτα νυχτέρι. Το φως ποιο ήταν; Το δαδί ήταν ο φωτισμός, αυτός ήταν ο φωτισμός. Eίχαμε και κάτι πυροστιές σιδερένιες απάνω η πυροστιά ήταν ένα σίδερο με τρία ποδαράκια στέκονταν όρθιο και απάνω ήταν σαν δίσκος γύρω γύρω καγκελάκια σιδερένιο και έπαιρναν το δαδί. Tο δαδί το πωλούσαν οι Τούρκοι. Πού να το βρούμε το δαδί στα βουνά; Πήγαιναν στα βουνά οι Τούρκοι με τα γαϊδουράκια και έρχονταν και πωλούσαν δαδί, δαδί, δαδί, όλα τα σπίτια εφοδιάζονταν με δαδί, για να έχουν φως το χειμώνα τη νύχτα. Το έσχιζαν σε λεπτά κομμάτια και το έβαζαν κοντά στο τζάκι, για να φεύγει ο καπνός. Τι να σε φωτίσει το δαδί τώρα, τι να σε φωτίσει; Ύστερα βγήκαν τα γκαζούλια, έπαιρναν πετρέλαιο και βάζαν και λίγο βενζίνη και ξύλα στο τζάκι ,ένα κούτσουρο μεγάλο, αυτό ήταν μόνιμο εκεί πέρα και άλλα ξύλα μικρότερα, πυροστιές εκεί γύρω-γύρω δυο να ζεσταίνεται. Να καθόμαστε εκεί στο δωμάτιο δεξιά από το τζάκι και αριστερά από μια ψάθα και μια στη μέση ξαπλωμένοι γύρω από τη φωτιά, με τα ποδάρια προς τη φωτιά να ζεσταίνονται τα πόδια. Άμα ζεσταίνονταν τα πόδια ζεσταίνονταν και το σώμα, σκεπασμένοι εκεί όλη τη νύχτα.
--------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1. Το Παρεκκλήσιο του Αγίου Αθανασίου είναι πολύ αρχαιότερο και πιθανότατα να ήταν αυτό η πρώτη εκκλησία στην Δάρδα. Στην αυλή της υπήρχε Κελλίον με τρία ή τέσσερα δωμάτια, που φαίνονται από τα σωζόμενα θεμέλια. Ο Ιερομόναχος Γρηγόριος Ζτρούλης, καλλιτέχνης ζωγράφος, το έτος 1895 με του από αδελφή ανεψιού και υποτακτικού αυτού Σπυρίδωνα Μοναχού Ζωγράφου (εκ της οικογένειας Π. Ντούγκα), αφού από τα θεμέλια ανακαινίσθηκε ο Ναός δαπάνη κοινότητας εξετέλεσε όλη σχεδόν την αγιογραφική εργασία του Ναού δωρεάν. (π. Σπύρου Ζεγκού (1927), Βιογραφία Πολυκάρπου Δαρδαίου & Σύντομος Περιγραφή της Δάρδας, σελ 107,108, Αθήνα).
2. Ο Ιερός Ναός του Αγίου Γεωργίου κτίσθηκε το 1839. Σε αυτή την εκκλησία το 1850 αναρτήθηκε με άδεια της Τουρκικής Κυβέρνησης καμπάνα εξαιρετικώς και αποκλειστώς για το Άγιο Γεώργιο της Δάρδας. Ο Ιωάννης Θέμελης, φίλος του τότε Μεγάλου Βεζύρη ενήργησε και έλαβε την εξαιρετική άδεια και έφερε από την Πάτρα δυο καμπάνες. Σε καμιά άλλη πόλη ή χωριό έως τότε δεν υπήρχε καμπάνα, αλλά σήμαντρα σιδερένια ή ξύλινα, σε όλη την Μακεδονία, Ήπειρο και Αλβανία. (π. Ζέγκου, 107).
3. Φωτογραφία: Δάρδα 1935 - Adriana Stefani
4.Φωτογραφία: Δάρδα 1890 - π. Σπύρου Ζέγκου (1927), Βιογραφία Πολυκάρπου Δαρδαίου& Σύντομος Περιγραφή της Δάρδας, Αθήνα)
5. Φωτογραφία: Παρεκκλήσιο Αγίου Αθανασίου - Αdriana Stefani




Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου