 |
| Πηγή : Φωτοθήκη Λάρισας |
Η επιγραφή «ΦΩΤΟΖΩΓΡΑΦΕΙΟΝ»1 του εργαστηρίου Γκίνη–Παπαμερκουρίου αποτελεί από μόνη της ένα μικρό ιστορικό εύρημα. Ο όρος «φωτοζωγραφείον» δεν δηλώνει απλώς ένα επάγγελμα· συμπυκνώνει μια καλλιτεχνική ταυτότητα, στην οποία η φωτογραφία και η ζωγραφική συναποτελούν ένα ενιαίο εργαστήριο παραγωγής εικόνων. Αυτό σημαίνει ότι το στούντιο παρήγαγε επαγγελματικές φωτογραφίες, παρήγαγε ζωγραφικά έργα (αγιογραφικά και κοσμικά) και συνέδεε τεχνικά τα δύο μέσα – μέσω πλήθους ανθιβόλων, φωτο-ανθιβόλων, καννάβων και διαμεσικών αλυσίδων – λειτουργώντας εξ ορισμού ως εργαστήριο διαμεσικότητας (intermediality).2
Στον ευρωπαϊκό 19ο και πρώιμο 20ό αιώνα συναντούμε συγγενείς ονομασίες, όπως Photoatelier (Γερμανία) ή atelier fotografico-pittorico (Ιταλία), που παραπέμπουν σε στούντιο πορτρέτων, ρετουσαρίσματος και κοσμικής ζωγραφικής. Στην Ελλάδα, αντιστοίχως, γνωρίζουμε επωνυμίες τύπου «Φωτογραφείον» ή «Φωτογραφείον και Ζωγραφείον» (όπως του Στεφάνου Στουρνάρα στον Βόλο, στα τέλη του 19ου αιώνα, περίπου 1893). Ωστόσο, όσο μπορούμε να διαπιστώσουμε από τις διαθέσιμες πηγές, η συμπαγής μορφή «Φωτοζωγραφείον» ως επαγγελματική επωνυμία, και μάλιστα σε ένα στούντιο όπου η φωτογραφία, η αγιογραφία μεγάλης κλίμακας, η κοσμική ζωγραφική και τα φωτογραφικά προπλάσματα για εικόνες συνυπάρχουν οργανικά, δεν έχει μέχρι σήμερα τεκμηριωθεί αλλού.
Επιπλέον, το φωτοζωγραφείον Γκίνη–Παπαμερκουρίου δεν είναι απλώς ένα «Photoatelier» κατά το ευρωπαϊκό πρότυπο. Προσφέρει ταυτόχρονα: επαγγελματική φωτογραφία, αγιογραφία μεγάλων συνθέσεων, κοσμική ζωγραφική και πλήθος φωτογραφικών προπλασμάτων για θρησκευτικές εικόνες, μέσα από τη συνεργατική δράση δύο intermedial καλλιτεχνών, που αυτοπροσδιορίζονται θεσμικά ως «Ζωγράφοι – Φωτογράφοι». Όλα αυτά λαμβάνουν χώρα σε ένα ορθόδοξο, μη δυτικό περιβάλλον, όπου τέτοιας έντασης διαμεσικότητα μεταξύ αγιογραφίας, φωτογραφίας και κοσμικής ζωγραφικής δεν έχει – μέχρι σήμερα – προηγούμενο στη βιβλιογραφία. Σε αυτό το πλαίσιο, η περίπτωση του Φωτοζωγραφείου Γκίνη–Παπαμερκουρίου αναδεικνύει ένα φαινόμενο που η μέχρι τώρα θεωρία δεν έχει περιγράψει με συστηματικό τρόπο: μια δομικά θεσμοθετημένη διαμεσικότητα, η οποία λειτουργεί εντός ενός επαγγελματικού στούντιο, όχι ως περιστασιακή επιλογή ή τεχνικό βοήθημα, αλλά ως κανονιστικό παραγωγικό σχήμα. Για να αποδοθεί θεωρητικά αυτό το εύρος και η ιδιαιτερότητα του φαινομένου, προτείνεται εδώ ο όρος Studio Intermediality.3

Το Φωτοζωγραφείον Γκίνη–Παπαμερκουρίου στο διεθνές συγκριτικό πλαίσιο
Η διεθνής ιστοριογραφία της φωτογραφίας και της σχέσης φωτογραφίας–ζωγραφικής έχει αναδείξει πλήθος παραδειγμάτων από τον 19ο και τον πρώιμο 20ό αιώνα: γερμανικά Photoatelier, ιταλικά atelier fotografico-pittorico, αγγλο–αμερικανικά φωτογραφικά και ζωγραφικά στούντιο, εργαστήρια pictorialist κ.ά. Στις περιπτώσεις αυτές η intermediality είναι κατά κανόνα εμπορική (παραγγελίες πορτρέτων), αισθητική (υβριδικές εικόνες, photo-painting) ή τεχνική (χειροχρωματισμός, μεγεθύνσεις).
Η σύγκριση με τα παραδείγματα αυτά δείχνει ότι το Φωτοζωγραφείον Γκίνη–Παπαμερκουρίου συμμετέχει σε ένα διεθνές κλίμα πειραματισμού στη σχέση φωτογραφίας – ζωγραφικής, αλλά ταυτόχρονα διαφοροποιείται δομικά από αυτό:
- Εδώ η διαμεσικότητα αφορά πρωτίστως θρησκευτική εικόνα και όχι μόνο κοσμικά πορτρέτα.
- Η φωτογραφία χρησιμοποιείται συστηματικά ως εικονογραφικό πρόπλασμα για αγιογραφίες, με σκηνοθετημένες πόζες αγίων και μεταμφιέσεις των ίδιων των καλλιτεχνών. Τέτοιες πρακτικές εφαρμόζονταν σε αγιογραφικούς οίκους του Αγίου Όρος όπως των Καρτσωναίων, Ιωασαφαίων, αλλά και των Ρωσικών μονών του Αγίου Παντελεήμονος, Προφήτη Ηλία και Αγίου Ανδρέα.
- Η σχέση φωτογραφίας–εικόνας είναι συχνά κυκλική, όχι μόνο γραμμική.
- Η διπλή ταυτότητα «Ζωγράφοι – Φωτογράφοι» δηλώνεται θεσμικά στην επιγραφή και τη σφραγίδα, κάτι που δεν συναντούμε, μέχρι στιγμής, τεκμηριωμένο σε άλλο ορθόδοξο εργαστήριο του ελληνικού χώρου με αντίστοιχο πλουσιότατο οπτικό και ακουστικό αρχειακό υλικό.
Με βάση τα μέχρι τώρα διαθέσιμα στοιχεία, καμία από τις γνωστές ευρωπαϊκές ή διεθνείς περιπτώσεις δεν συγκεντρώνει ταυτόχρονα όλα αυτά τα χαρακτηριστικά: θρησκευτική τέχνη, επαγγελματικό φωτογραφείο, κοσμική ζωγραφική, διδασκαλία ζωγραφικής, κυκλικές διαμεσικές αλυσίδες, θεσμική τριπλή ταυτότητα και τόσο πλήρες σωζόμενο οπτικοακουστικό αρχείο. Από αυτή την άποψη, το Φωτοζωγραφείον Γκίνη–Παπαμερκουρίου μπορεί να θεωρηθεί, όσο γνωρίζουμε σήμερα, ως μοναδικά τεκμηριωμένο παράδειγμα Studio Intermediality στον ορθόδοξο κόσμο και ως ιδιαίτερα σπάνιο case study (μελέτη περίπτωσης) σε διεθνές επίπεδο.
Υπήρξαν πρωτοπόροι για την εποχή τους.
Σε μια περίοδο κατά την οποία η αγιογραφία στην Ελλάδα παρουσιαζόταν κυρίως ως «παράδοση» και χειροτεχνία, οι Γκίνης–Παπαμερκουρίου:
- εργάζονται ταυτόχρονα ως αγιογράφοι, κοσμικοί ζωγράφοι και επαγγελματίες φωτογράφοι,
- στήνουν σκηνοθετημένα φωτογραφικά μοντέλα αγίων μέσα σε στούντιο,
- χρησιμοποιούν συστηματικά φωτο-ανθίβολα με κάνναβο για μεγάλες αγιογραφίες,
- δημιουργούν κυκλικές αλυσίδες του τύπου φωτογραφία → εικόνα → νέα φωτογραφία → νέα εικόνα,
- και αυτοπροσδιορίζονται θεσμικά ως «ΦΩΤΟΖΩΓΡΑΦΕΙΟΝ – Ζωγράφοι Φωτογράφοι».
Δεν είναι «πρωτοπορία» του τύπου των Παρισίων, ούτε συνειδητοί θεωρητικοί της intermediality, αλλά, για τα δεδομένα μιας επαρχιακής ορθόδοξης πόλης, της Λάρισας, στον 20ό αιώνα, η πρακτική τους είναι εντυπωσιακά σύγχρονη και διαμεσική: ένα εργαστήριο που δουλεύει με τρόπους που η θεωρία θα ονομάσει intermedial studio και intermedial loops πολλές δεκαετίες αργότερα.
Συνοψίζοντας
Η περίπτωση Γκίνη–Παπαμερκουρίου προσεγγίζει μια μοναδικότητα σε επίπεδο τεκμηρίωσης (record-level uniqueness), όχι επειδή η χρήση ετερογενών προτύπων είναι καθεαυτήν πρωτοφανής, αλλά επειδή στο συγκεκριμένο corpus διασώζεται ένας ασυνήθιστα πυκνός και ελέγξιμος μηχανισμός παραγωγής, που καθιστά ορατά τα ενδιάμεσα στάδια της διαμεσικής διαδικασίας. Ειδικότερα, συνυπάρχουν: (α) οργανωμένο, επώνυμο και συνεργατικό εργαστηριακό σχήμα με σαφή αυτοπαρουσίαση/ταυτότητα, (β) συστηματική χρήση φωτογραφικών, φωτολιθογραφικών, χρωμολιθογραφικών προπλασμάτων με καννάβωμα ως δομικό στάδιο της εικονιστικής παραγωγής, (γ) υψηλού βαθμού αντιστοιχία μεταξύ σωζόμενων φωτογραφικών τεκμηρίων και τελικών αγιογραφιών σε πολλαπλές περιπτώσεις, (δ) τεκμηριωμένη πρακτική «μοντελοποίησης» ιερών μορφών μέσω σκηνοθετημένης φωτογραφίας στούντιο, και (ε) ενσωμάτωση αυτής της πρακτικής στο πλαίσιο της ορθόδοξης εικονογραφίας, όπου η αξιοποίηση φωτογραφικού υλικού ως παραγωγικού εργαλείου δεν είναι η κανονική/αναμενόμενη μέθοδος και συχνά αντιμετωπίζεται ως αμφιλεγόμενη. Με βάση τη μέχρι στιγμής βιβλιογραφική χαρτογράφηση και τα διαθέσιμα δημοσιευμένα/προσβάσιμα τεκμήρια, δεν έχει εντοπιστεί εύκολα αντίστοιχο corpus, που να συνδυάζει ταυτόχρονα όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά στον ίδιο βαθμό· συνεπώς η περίπτωση μπορεί να χαρακτηριστεί εξαιρετικά σπάνια και δυνητικά υποψήφια για «μοναδική» σε διεθνές συγκριτικό πλαίσιο, υπό την προϋπόθεση περαιτέρω συστηματικής σύγκρισης.
 |
| Σκηνοθετημένη φωτογραφία μοντέλου με αρχιερατικά άμφια, επικάλυψη με κάνναβο για μεταγραφή σε ξύλο ή μουσαμά. |
Παντελής Δ. Γκίνης: Εγγονός, κάτοχος, υπεύθυνος έρευνας-τεκμηρίωσης και επιμελητής δράσεων γύρω από το Αρχείο Παντελή Κ. Γκίνη. Ανεξάρτητος ερευνητής της νεοελληνικής αγιογραφίας, της αστικής κοσμικής ακαδημαϊκής ζωγραφικής, καθώς και της φωτογραφίας της περιόδου δράσης του συνεργατικού εργαστηρίου των Παπαμερκουρίου-Γκίνη, με έμφαση στη διαμεσικότητα μεταξύ αγιογραφίας, φωτογραφίας και κοσμικής ζωγραφικής. Απόφοιτος του προγράμματος Ελληνικός Πολιτισμός του Ελληνικού Ανοικτού Πανεπιστημίου.
----------------------------------------------------------------------------------------------------
1. Ο φωτογράφος ανέβηκε στο ψηλότερο επίπεδο του τετραώροφου προπολεμικού καμπαναριού του ναού του Αγίου Νικολάου . Από το σημείο αυτό κατηύθυνε τον φακό του προς βορρά και αποτύπωσε ένα μεγάλο τμήμα του κεντρικού τομέα της Λάρισας.
 |
| Φωτογραφία Παντελή Γκίνη. Διακρίνεται το παλιό καμπαναριό του Αγίου Νικολάου όπου ανέβηκε ο φωτογράφος για να αποτυπώσει μια όψη της πόλης. Αρχείο Παντελή Δ. Γκίνη. |
2. Ο όρος intermediality έχει πλέον καθιερωθεί στη διεθνή θεωρία (Rajewsky 2005, Elleström 2010) για να περιγράψει τις σχέσεις, τις αλληλεπιδράσεις και τις μεταμορφώσεις ανάμεσα σε διαφορετικά μέσα: μεταφορά από το ένα μέσο στο άλλο, συνδυασμούς, διαμεσικές παραπομπές. Η συζήτηση επικεντρώνεται κυρίως σε έργα (κειμενικά, εικαστικά, κινηματογραφικά) και σε αφηρημένα σχήματα σχέσεων μεταξύ μέσων. Ωστόσο, η υπάρχουσα βιβλιογραφία σπανίως λαμβάνει ως βασική μονάδα ανάλυσης το εργαστήριο ή το στάδιο παραγωγής και ακόμη πιο σπάνια εξετάζει τη διαμεσικότητα ως θεσμικά οργανωμένο, επαγγελματικό σύστημα εργασίας.
3. Με τον όρο Studio Intermediality εννοούμε την κατάσταση κατά την οποία ένα επαγγελματικό καλλιτεχνικό εργαστήριο ενσωματώνει, σε θεσμικό και παραγωγικό επίπεδο, περισσότερα του ενός μέσα, χρησιμοποιώντας τα όχι απλώς συμπληρωματικά, αλλά ως αμοιβαία εξαρτώμενα εργαλεία παραγωγής εικόνων. Σε ένα τέτοιο στούντιο, η διαμεσικότητα δεν είναι μια ευκαιριακή πρακτική ενός μεμονωμένου έργου, αλλά στοιχείο της ίδιας της δομής του εργαστηρίου: αφορά τον τρόπο που οργανώνεται η εργασία, τον διαχωρισμό των ρόλων, την επαγγελματική ταυτότητα και την ακολουθία των τεχνικών σταδίων. Στον ορισμό αυτό, το στούντιο δεν είναι απλώς ο φυσικός χώρος όπου παράγονται έργα, αλλά λειτουργεί το ίδιο ως «κόμβος» διαμεσικότητας: εκεί όπου φωτογραφία, αγιογραφία και κοσμική ζωγραφική (στη συγκεκριμένη περίπτωση) συναντώνται, διασταυρώνονται και ανατροφοδοτούνται.
Σ' αυτή την ανάρτηση του ιστοχώρου μας υπάρχουν οι αρχικές πληροφορίες για το «ΦΩΤΟΖΩΓΡΑΦΕΙΟΝ»https://www.blogger.com/blog/post/edit/7376101722392119027/1923366314559493246