Λαογραφικά έθιμα γάμου
Όταν ήρθε η ώρα να παντρέψουν κανένα κορίτσι πω πω τι γίνονταν τότε. Να φτιάξουν τα προικιά, να πηγαίνουν εκεί να βοηθάνε και οι άλλες οι γειτόνισσες, να πλέκουν τις κάλτσες, να της φτιάξουν τα φορέματα, τα μάλλινα, στη μέση κάτι ζώνες ασημένιες, μυστήρια πράγματα σαν καραγκιόζηδες ήταν.
Τους αρραβώνες πώς τους έκαναν; Οι γονείς αρραβώνιαζαν, οι γονείς του κοριτσιού με τους γονείς του παιδιού, το παιδί στα ξένα όπως πήγαινε με τον πατέρα όπως φεύγαν, το κορίτσι στη Δάρδα και γίνονταν συμφωνία. Θα με δώσεις το κορίτσι, θα σε δώσω το παιδί που είναι στα ξένα, τους αρραβώνιαζαν οι γονείς του παιδιού και του κοριτσιού, έκαναν τους αρραβώνες, άλλαζαν μαντήλια και έγραφαν γράμμα ύστερα ότι αρραβονιάσαμε ας πούμε τον Παντελή με το κορίτσι του Ντίνα εκεί τα σπίτια έλεγαν και έλεγαν και το όνομα, τους αρραβονιάσαμε και θα έχομε γάμο. Δεν έλεγε κανένας όχι. Άμα οι γέροι εκεί, οι γονείς συμφωνούσαν και αρραβώνιαζαν πάει έγινε ο αρραβώνας.
Το καλοκαίρι όταν έρχονταν από τα ξένα τα παιδιά μαζεύονταν, οι άντρες κινούσε ο υποψήφιος γαμπρός να πάει στο σπίτι στη νύφη. Που να την δει τη νύφη ο γαμπρός; Να κρύβεται στα κελάρια δεξιά αριστερά να μην την δει. Μια φορά θυμάμαι ήταν μια αρραβωνιασμένη γειτόνισα μας και είχε πάει στη βρύση με τις στάμνες και γέμισε τις στάμνες νερό και πήρε τις στάμνες στο ένα χέρι γεμάτες νερό και τις κουβαλούσε να τις φέρει στο σπίτι. Να και ο υποψήφιος γαμπρός την είδε και την παρακολουθούσε. Σαν είδε αυτή ότι το παιδί θα την αντάμωνε παρατάει τις στάμνες στο δρόμο γεμάτες εκεί και το σκάζει και φεύγει. Που να κρυφτεί στο σπίτι εκεί; Παράτησε τις στάμνες στο δρόμο με το νερό να κρυφτεί.
Κάποτε ερχόταν οι μέρες, ορίζονταν πότε θα γίνει ο γάμος. Ο γάμος γίνονταν πάντοτε Κυριακή, όχι άλλη μέρα. Τρεις μέρες προ του γάμου, προ της Κυριακής, όλες οι γειτόνισσες εκεί πήγαιναν, έπιαναν προζύμι για να βγάλουν ψωμί για το γάμο, έσφαζαν τα σφαχτά, έψηνα ψητά στη σούβλα, μαγείρευαν στα καζάνια, κρέας με πατάτες, κρέας με ρύζι, στιφάδο, έκαναν πολλά φαγητά στο γάμο. Και όλοι οι καλεσμένοι συγγενείς και γειτόνοι, έρχονταν στο γάμο να φάνε. Τραπεζομάντηλα μονοκόματα, πέντε μέτρα, από το ένα άκρο του δωματίου στο άλλο τα έστρωναν, το μάζευαν εκεί κουβάρι στρογγυλό, το απλώναν ύστερα, έβαζαν τα κουτάλια, τα πιρούνια, και γύρω γύρω τα μαξιλάρια, τα μαξιλάρια γεμισμένα με καλαμποκόφυλλα, κάθονταν εκεί καλεσμένοι, άντε να μας ζήσουν, το σταυρό εκεί, οι άλλοι να κουβαλούν τα φαγητά, τα ψωμιά, τα κρασιά εκεί, που τραπέζια και χαμπέρια, κάτω σταυροπόδι.
Η νύφη Σάββατο βράδυ που ξημέρωνε Κυριακή για να παντρευτούν, μαζεύονταν τα άλλα τα κορίτσια και γειτόνοι και συγγενείς και την τραγουδούσαν όλη νύχτα, κάτι συγκινητικά, πως θα φύγει, πως θα αφήσει τη μάνα της, και θα πάει να βρει άλλη μάνα, και θα πάει να κάνει αυτό και ετούτο, όλο συγκινητικά και να κλαίει όλη νύχτα η νύφη, από το Σάββατο βράδυ μέχρι το πρωί που ξημέρωνε Κυριακή.
Την Κυριακή πριν ξημερώσει, την έπλεναν, την έλουζαν, την χτένιζαν, την διόρθωναν, την φορούσαν τα νυφικά, έρχονταν ύστερα τα μπρατίμια του γαμπρού δυο τρεις νέοι, την φορούσαν τα παπούτσια τα νυφικά και τέλλια εδώ στο κεφάλι μπρούτζινα σαν σύρματα, την σκέπαζαν το κεφάλι. Και ύστερα χειροφιλήματα, να φιλάει ως και τα μικρά τα παιδιά και να κλαίει. Την έδωναν και ένα μαντήλι εκεί την νύφη, κινούσαν και οι συμπέθεροι, όλοι το χωριό εκεί πέρα. Αυτή ήταν η διασκέδαση, τα πανηγύρια και ο γάμος, όλη η διασκέδαση ήταν αυτή.
Με τα κλαρίνα, με τα νταούλια, έχονταν οι οργανοπαίχτες από την Κορυτσά πληρωμένοι, τους πλήρωναν αδρά, τρεις μέρες και τρεις νύχτες, όλη νύχτα λαλούσαν τα όργανα, δεν σταματούσαν και χόρευαν. Και με τα όργανα μπροστά εκεί η κουστωδία και ένα λάβαρο μεγάλο, ένα κοντάρι με ένα σταυρό απάνω και ένα μήλο απάνω στο σταυρό από το λάβαρο πήγαιναν να πάρουν τη νύφη.
Πριν πάνε να την πάρουν πήγαινε ο πάρεδρος του χωριού, και δυο τρεις γεροντότεροι άνθρωποι και ο δάσκαλος και ένα μπαούλο μεγάλο και έβγαζαν εκεί τα προικιά από τη νύφη. Τα μετρούσαν τα προικιά, τόσα τζιγκούνια, τόσα φουστάνια, πουκάμισα, μόνο βρακιά, δεν φορούσαν βρακιά, πουκάμισα φουστάνια, τσεμπέρια, και κάλτσες πλεγμένες στο χέρι και τόσες λίρες πόσες είχαν κάνει τη συμφωνία όταν αρραβωνιάστηκαν. Έπρεπε να δώσει και λίρες ο πεθερός στον γαμπρό, 30 λίρες, 25 λίρες χρυσές, μαζί με τα προικιά τα έβαζαν στο μπαούλο και με ένα άλογο, στο άλογο κρεμούσαν στο καπίστρι ένα μαντήλι από το γάμο και φόρτωναν το μπαούλο με τα προικιά, έπαιρναν και τις λίρες εκεί και οι προύχοντες του χωριού που τις μετρούσαν, έκαναν και προικοσύμφωνο και τα έγραφαν όλα, όλα και τα υπέγραφαν. Εν ονόματι της Αγίας και Ομοουσίου και Αδιαιρέτου Τριάδος παντρεύω την κόρη μου με τον δείνα και της δίνω τόσο τσουράπια, τόσα τζιγκούνια, τόσα και τόσα και τόσες λίρες, και μετρούσαν επί παρουσία, τα έπαιρναν αυτά τα φόρτωναν στο ζώο και από το ένα μέρος ήταν τα προικιά και από το άλλο μέρος τί να βάλομε; Έγερνε από το βάρος. Έβαζαν ξύλα της φωτιάς για να φέρουν στα ίσα το φόρτωμα.
Ύστερα πήγαιναν τη νύφη στο σπίτι στην πεθερά στον πεθερό της. Εκεί άλλη τραπεζαρία, θα έτρωγαν όλοι πάλι εκεί στρωμένα όλα τα τραπεζομάντηλα κάτω, φαγοπότι καλό και χορό, τα όργανα να παίζουν, να μην σταματούν διόλου και η νύφη να καμαρώνει όρθια και να φυλάει τα χέρια, ως το πρωί ξημέρωναν.
Τη Δευτέρα την παίρναν με τα όργανα και την πήγαιναν με τα όργανα στη μάνα της παντρεμένη. Άλλο γλέντι εκεί πέρα, κερνούσαν εκεί γλυκά λουκούμια. Την πρώτη βραδιά η νύφη θα κοιμόταν με την πεθερά της. Τη δεύτερη βραδιά την παίρναν ο πεθερός και η πεθερά, την βάζαν τη νύφη στη μέση και κοιμόνταν όλοι μαζί και οι τρεις. Την τρίτη βραδιά στρώναν να κοιμηθεί η νύφη με τον γαμπρό. Τί έθιμα ήταν αυτά; Είχαμε κάτι συγγενείς εκεί και ήταν οι προύχοντες στο χωριού, είχαν κορίτσια και έκαναν πολλά έξοδα στο γάμο και πηγαίναμε εκεί στό γάμο φαγοπότι μεσημέρι, βράδυ φαγοπότι, την άλλη μέρα τα ίδια. Την άλλη μέρα τα ίδια, την περνούσαμε κοτσάνι, όλα τα παιδιά. Τα παιδιά χωριά εκεί στην τραπεζαρία, φαγητά όσα ήθελες, κρέας μερίδες όσα ήθελες, στιφάδο όσο ήθελες και τα πιάτα όλα πήλινα.
Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου