![]() |
| Φωτογραφικό Αρχείο Παντελή Γκίνη (εγγονού) |
Πέμπτη 30 Οκτωβρίου 2025
O MEΓΑΣ ΑΡΧΙΕΡΕΥΣ, 1966 : Χ. Παπαμερκουρίου - Π. Γκίνης
Τετάρτη 29 Οκτωβρίου 2025
ΘΕΡΜΕΣ ΕΥΧΑΡΙΣΤΙΕΣ
![]() |
Σάββατο 25 Οκτωβρίου 2025
Δευτέρα 20 Οκτωβρίου 2025
Σάββατο 18 Οκτωβρίου 2025
Παρασκευή 17 Οκτωβρίου 2025
Πέμπτη 16 Οκτωβρίου 2025
ΟΙ ΑΓΙΟΙ ΑΝΑΡΓΥΡΟΙ ΚΟΣΜΑΣ & ΔΑΜΙΑΝΟΣ, 1916 : Χ. Παπαμερκουρίου
Τετάρτη 15 Οκτωβρίου 2025
ΜΗΤΗΡ ΘΕΟΥ 1913 : Παντελής Γκίνης
Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025
Μέσα στον ζωγραφικό χωροχρόνο
Μέσα στον ζωγραφικό χωροχρόνο, εκεί όπου ο άνθρωπος παλεύει να φυλακίσει το φευγαλέο, η πρώτη εικόνα γεννήθηκε σαν ψίθυρος πάνω στην πέτρα. Ένα χέρι, μέσα σε σιωπή σπηλαίου, χάραξε γραμμές που δεν ήταν απλώς σχήματα· ήταν η ανάγκη να ειπωθεί κάτι πριν χαθεί. Το ζώο που έτρεχε, η αγωνία του κυνηγιού, η ανάσα του φόβου, η χαρά της επιβίωσης. Οι βραχογραφίες έγιναν το πρώτο «μένει» απέναντι στο «φεύγει». Κι από τότε, η ζωγραφική δεν σταμάτησε να είναι αυτό: ένας τρόπος να αντισταθεί ο άνθρωπος στη λήθη.
Ύστερα ο κόσμος μεγάλωσε, οι πόλεις υψώθηκαν, τα άτομα απέκτησαν πρόσωπα, τα χρώματα έγιναν γλώσσα. Η εικόνα βγήκε από το βάθος των σπηλαίων και ανέβηκε στους ναούς, στα παλάτια, στα σπίτια· φόρεσε χρυσά, σκιάσεις, προοπτικές, πειράματα, επαναστάσεις. Άλλοτε μίλησε με την ηρεμία του μέτρου κι άλλοτε με την κραυγή της εποχής. Μα κάτω από όλα αυτά, παρέμενε μία ίδια σπίθα: η επιθυμία να φανερωθεί κάτι αόρατο μέσα από την ύλη. Να γίνει το χρώμα όχι απλώς χρώμα, αλλά νόημα.
Κι εκεί, στο σταυροδρόμι μιας πόλης και ενός αιώνα, δύο αγιογράφοι άρχισαν να αφήνουν το δικό τους ίχνος — όχι σαν θόρυβο που ζητά χειροκρότημα, αλλά σαν φως που μένει ήσυχο και επιμένει. Ο Παντελής Κ. Γκίνης και ο Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου, ισόβιοι σύντροφοι στην τέχνη και στη ζωή του εργαστηρίου, στάθηκαν σαν δύο παράλληλες γραμμές που ενώθηκαν σε μία υπογραφή. Δεν τους ενδιέφερε να ξεχωρίσουν μεταξύ τους· τους ενδιέφερε να σταθεί η εικόνα. Έτσι εργάστηκαν χρόνια πολλά, σαν να έχτιζαν μια αργή γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση και στο τώρα.
Το εργαστήριό τους, «Φωτοζωγραφείον», είναι από μόνο του μια μικρή φιλοσοφία. Γιατί η λέξη ενώνει δύο κόσμους που πολλοί νομίζουν ξένους: τη φωτογραφική στιγμή και την ζωγραφική διάρκεια. Η φωτογραφία κρατά το “τώρα”, η ζωγραφική κρατά το “πάντα”. Εκείνοι όμως τα έβαλαν να συνεργαστούν: η μορφή περνούσε από την πόζα στο χαρτί, από το ίχνος στο ανθίβολο, από τη μηχανή στο χέρι, κι έπειτα ξανά στην εικόνα, όπως το νερό αλλάζει δοχείο χωρίς να χάνει την ουσία του. Κι έτσι, μέσα στον θόρυβο του 20ού αιώνα, η αγιογραφία τους δεν γινόταν απολίθωμα· γινόταν ζωντανή τεχνική, ζωντανή μνήμη.
Γιατί η αγιογραφία, όσο κι αν τη βλέπουμε ως τέχνη, είναι κάτι περισσότερο: είναι ένας τρόπος να κοιτάς τον άνθρωπο σαν να μην τελειώνει εδώ. Ο άγιος δεν είναι πορτρέτο· είναι υπόσχεση. Η γραμμή δεν είναι διακόσμηση· είναι κανόνας. Το χρυσό δεν είναι χρώμα· είναι χρόνος που δεν σκουριάζει. Κι αυτό το ξέρει ο αγιογράφος όχι με θεωρία, αλλά με τα χέρια του. Όταν δουλεύει, δεν ζωγραφίζει απλώς μορφές· προσπαθεί να κάνει την ύλη να σηκώσει κάτι από το βάρος του φωτός.
Παντελής Γκίνης (εγγονός).
Ο ΘΑΝΑΤΟΣ ΤΟΥ ΠΑΤΕΡΑ ΤΟΥ ΠΑΝΤΕΛΗ ΓΚΙΝΗ ΣΤΟ ΑΓΙΟ ΟΡΟΣ ΤΟ 1934 - Η ΑΠΟΛΕΣΘΕΙΣΑ ΘΗΚΗ ΜΕ ΤΟ ΤΙΜΙΟ ΞΥΛΟ
Απομαγνητοφωνημένη διήγηση
Ο Κωνσταντίνος Γκίνης, πατέρας του Παντελή.
«Εκεί στο Άγιο Όρος ο πατέρας μου πέθανε το ΄34. Παίρνω ένα τηλεγράφημα εδώ ότι ο πατέρας σου κινδυνεύει, είναι πολύ άρρωστος, ζήτημα είναι αν θα τον προλάβεις. Παίρνω και δεύτερο τηλεγράφημα, αποφασίζω και φεύγω. Το ΄34 Μεγάλη Σαρακοστή, μόλις είχαμε αποκρέψει. Ήταν η πρώτη εβδομάδα της Μεγάλης Τεσσαρακοστής. Πηγαίνω Θεσσαλονίκη με το τρένο, ανεβαίνω στο βαπόρι που έκανε την συγκοινωνία, πηγαίνω στη Δάφνη, παίρνω έναν αγωγιάτη ένα ζώο, ανεβαίνω απάνω. Είχε πεθάνει, δεν τον πρόλαβα ζωντανό. Πηγαίνω εκεί μου λένε έχει 3 μέρες πεθαμένος. Και το νεκροταφείο ήταν οι Καρυές ήταν η αγορά εκεί, τα μαγαζιά και ήταν μια εκκλησούλα και έβγαινες από την εκκλησούλα και ήταν ένας χώρος νεκροταφείο. Τους ξένους εκεί τους έθαβαν, μέσα στην πόλη εκεί ήταν το νεκροταφείο. Πως πέθανε, με έλεγε ο άλλος ο θείος που βρέθηκε εκεί, δέθηκε το άντερο του, γιατρός, που γιατρός. Δεν υπήρχαν εκεί γιατροί. Είχε στριφτεί το έντερο του και ό,τι έτρωγε δεν το χώνευε, το έκανε εμετό. Σε δυο τρεις μέρες δεν άντεξε η καρδιά του και τα είχε παραδώσει και τον είχαν θάψει. Και όταν πήγα εκεί ένας καλόγερος εκεί ο σπιτονοικοκύρης που είχε το σπίτι εκεί. Είχε πάει με έλεγε ο Σωτήρης, που ήταν και λίγο χαζοχαρούμενος, είχε πάει εκείνος ο παπάς πως τον λένε και άνοιξε το μπαούλο και ανακάτεψε όλα τα ρούχα, τα σήκωσε και κάτι χαρτιά, και πήρε ένα χαρτί, το έβαλε στην τσέπη και έφυγε. Είχε αφήσει σε αυτόν είχε εμπιστευτεί χρήματα σε αυτόν τον καλόγερο, ήταν απλός άνθρωπος ο πατέρας μου. Τράπεζες δεν υπήρχαν, είχε πολλά λεπτά, λίρες και τα είχε δώσει.
Εκεί στις Καρυές σε ένα ύψωμα πηγαίνω εκεί αυτός ο παπά Νήφων ο Ρώσος είχε πεθάνει και ήταν ο διάδοχος του και 2-3 καλόγεροι. Μόλις τους είπα ότι είμαι παιδί του Κώστα…α…καλώς τον, είχαν το σαμοβάρι εκεί με έδωσαν τσάι με κέρασαν , βγάζω και το χαρτί. Εδώ λέω ο μακαρίτης ο πατέρας μου είχε εμπιστευτεί τον γέροντά σας εδώ τον π. Νήφων, ορίστε το χαρτί ένα έντυπο με ρωσικά γράμματα, ότι είχε λογαριαστεί και είχε λαμβάνειν 500 χρυσές λίρες. Το διάβασαν εκεί πέρα οι Ρώσοι. Λένε, αυτό το αναγνωρίζουμε ότι είναι πραγματικό το χαρτί ότι δεν είναι ψεύτικο, αλλά δυστυχώς δεν έχομε εμείς που είμαστε υποχρεωμένοι να σε πληρώσουμε αυτά τα λεφτά, έχομε φτωχύνει πάρα πολύ. Ήταν μετά το ΄17. Το ΄17 έγινε η επανάσταση στη Ρωσία και σταμάτησε η χρυσορροή από την Ρωσία που έρχονταν εκεί στα μοναστήρια. Και όλα τα μοναστήρια αυτά τα καλογερικά τα Ρώσικα είχαν ξοφλήσει. Διατηρούνταν έτσι με τα ψέματα. Πωλούσαν άμφια, εικόνες, ιερά, Άγια Ποτήρια, λάβαρα, καμπάνες, με αυτά διατηρούνταν. Εν τω μεταξύ άρχισαν να πεθαίνουν και να λιγοστεύουν. Ένα μοναστήρι που είχε 1000 καλόγερους, είχαν πεθάνει σιγά σιγά όλοι. Καμιά πενηνταριά είχαν μείνει. Το Σαράι του Αγίου Αντρέα, όταν είχα πάει, από 900 καλόγερους που ήταν όταν έφυγα, 7 καλόγεροι είχαν μείνει. Είχαν πεθάνει όλοι, είχαν ρημάξει και να περιέλθουν πάλι αυτά στα Ελληνικά μοναστήρια πάλι. Και όπως μένουν και σήμερα πάλι.
Δεν έχομε χρήματα που να τα πληρώσουμε αυτά. Εμείς πεινούμε. Τα ρούβλια που έρχονταν εδώ τα αφιερώματα έχουν σταματήσει, έγινε η επανάσταση και η Αγία Ρωσία καταστράφηκε. Μέρα νύχτα προσευχόμεθα να επανέλθει πάλι η πρώτη κατάσταση να έρθει ο τσαρισμός, οι τσάροι οι αυτοκράτορες. Με αυτή την ελπίδα, να επανέλθει ο τσαρισμός, να έρθουν οι τσάροι, για να ζήσουν και αυτοί καλύτερα. Είδες τι γίνεται στη Ρωσία τώρα. Πάει, δούλεψε για τους Ρώσους όλη του τη ζωή εκεί.
Πήγε εκείνος ο καλόγερος λεηλάτησε το μπαούλο και τα πήρε. Πήρε και το χαρτί που είχε κατάθεση εκεί. Μόνο ένα χρωματοπωλείο παπά Σάββας λέγονταν ένας και είχε έναν καλόγερο Κοσμάς λέγονταν ο καλόγερος του. Πήγα σε αυτόν τον παπά Σάββα εκεί όλοι οι ζωγράφοι από τις Καρυές τους γνώριζα. Εκεί είχε αφήσει 5 λίρες στον παπά Σάββα. Αυτός ο Κομμάς ο καλόγερος, τον θυμούμαι σαν σήμερα. Πάρε αυτές τις 5 λίρες λέει, τις έχει ο πατέρας σου εδώ αφήσει να τις φυλάξουμε και να τα πάρει όποτε ήθελε να τα ζητήσει να τα πάρει. Αφού πέθανε τώρα ορίστε πάρτα ανήκουν σε σένα αυτά στα παιδιά του. Και μου έδωσε αυτός τις πέντε λίρες, μόνο αυτός κανένας άλλος. Εκεί στο στρώμα είχε χρήματα, λίρες, χαρτονομίσματα, βρήκαμε ένα μάτσο χαρτονομίσματα και από το στρώμα εκεί που τα είχε άφησε είχε και 5-6 λίρες και είχε ένα χρυσό νόμισμα 70 ρούβλια. Ήταν και αυτό εκεί, μόνο αυτό βρέθηκε τίποτα άλλο».
Η απολεσθείσα θήκη με το Τίμιο Ξύλο
«Ήταν χρυσός σταυρός χοντρός και καπακωτός και είχε μεντεσεδάκια χρυσό πάλι και άνοιγε και έκλεινε και μέσα εκεί στο άνοιγμα στο βάθος είχε λίγο Τίμιο Ξύλο μέσα και έκλεινε. Πάει και εκείνο. Μη ρωτάς.
Όταν έγινε η καταστροφή της Μακεδονίας όταν ήταν ο Παύλος Μέλας που είχαν καεί μοναστήρια, 1 είχαν ξεπέσει εκεί στο Άγιο Όρος. Εκεί το αφεντικό μου από τη Θεσσαλονίκη ήταν χρυσοχόοι αυτοί πήγαιναν εκεί έπεφταν εκεί σε αυτούς και είχαν και ένα Σταύρο με Τίμιο Ξύλο, ένα κομματάκι τόσο δα. Και είχε πάρει και αυτό μια ίνα λιγάκι, το μοίρασαν όλοι μεταξύ τους εκεί τον έδωσαν και αυτόν μια ίνα. Το έφερε εκεί στο Άγιο Όρος. Να δοκιμάσουμε τώρα αν πραγματικώς, γιατί εκεί τα μοναστήρια το προζύμι που ζυμώναν το άλλαζαν κάθε χρόνο των Θεοφανείων και έπιαναν καινούριο προζύμι, το πετούσαν το παλιό, και έπιαναν καινούριο προζύμι με το Τίμιο Ξύλο και το κρατούσαν εκεί το ξαναζύμωναν. Εκεί να το δοκιμάσουμε και εμείς παίρναμε αλεύρι εκεί που το είχαμε στο ντουλάπι και ανακατεύαμε τα ψάρια, το ανακατεύαμε με κρύο νερό να το κάνουμε ζυμάρι και παίρναμε δυο ποτηράκια του κρασιού και βάλαμε και στο ένα και στο άλλο το προζύμι. Στο ένα βάλαμε από πάνω το Τίμιο Ξύλο και το βάλαμε στο ράφι. Την άλλη μέρα το είδα το θαύμα ζωντανό. Εκεί που ήταν το Τίμιο Ξύλο, πώς προχώρησε η ίνα το Τίμιο Ξύλο που ήταν, είχε διαπεράσει το προζύμι και ήταν στο πάτο από το ποτηράκι και το προζύμι είχε φουσκώσει και χύνονταν απ’ έξω από το ποτήρι. Το άλλο που δεν ήταν Τίμιο Ξύλο, τίποτα, εκεί σταματημένο. Θαύμα μεγάλο το είδα με τα μάτια μου. Εκεί που ήταν το Τίμιο Ξύλο φούσκωσε το προζύμι. Πώς από μια ίνα να φουσκώσει, να γίνει το προζύμι; Δεν είναι θαύμα αυτό; Το θυμάμαι. Το άλλο όπως το βάλαμε έτσι ήτανε, άρχιζε να ξυνίζει να χαλάει. Και το παίρναμε το προζύμι και το πηγαίναμε στο χωνευτήρι που ήταν η εκκλησία το κελί και το ρίξαμε εκεί στο χωνευτήρι για να μην το ρίξουμε στα σκουπίδια. Και πήραμε το κομμάτι το Τίμιο Ξύλο και το έβαλε πάλι στο σταυρό εκεί μέσα. Όχι το αφεντικό μου, ο πατέρας μου ήταν πεθαμένος τότε. Αυτό το Τίμιο Ξύλο το βάλαμε τότε για να δοκιμάσουμε αν είναι πραγματικά Τίμιο Ξύλο. Θα γίνει το προζύμι ή δεν θα γίνει; Και στο ποτηράκι που ήταν το Τίμιο Ξύλο φούσκωσε το προζύμι και χύθηκε από το ποτήρι. Στο άλλο που δεν ήταν, δεν ήταν τίποτε. Αυτά είναι τα θαύματα τα μεγάλα όταν πιστεύει πιστεύει κανένας. Πού να βρεις Τίμιο Ξύλο; Στο Άγιο Όρος όλα τα μοναστήρια έχουν Τίμιο Ξύλο, μόνο ένα μοναστήρι έχει το μεγαλύτερο κομμάτι που υπάρχει στον κόσμο Τίμιο Ξύλο. Έχουν ένα κομμάτι μεγάλο κομμένο από Τίμιο Ξύλο.
Ο Σταυρός που σταυρώθηκε ο Χριστός ήταν δυο ξύλα απλά, δυο καδρόνια ας πούμε, που έγινε ο σταυρός. Τους τιμωρημένους είχαν διάφορες ποινές, αλλά τον δια σταυρώσεως θάνατο, ήταν στους πιο μεγάλους κακούργους. Ο Χριστός εθεωρήθη ως ο μεγαλύτερος επαναστάτης και κακούργος, εκείνη την εποχή, οι Γραμματείς και Φαρισαίοι υποκριταί, Τον καταδίκασαν δια του σταυρού θάνατο, τον ατιμότερο θάνατο που ήταν τότε».
-------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 Ο Μακεδονικός αγώνας διεξήχθη από το 1904 ως το 1908. Ενδεικτικά αναφέρουμε :
Στις 21 Φεβρουαρίου 1905 πυρπολήθηκε η Μονή Αγίου Νικολάου Κορομηλιάς ενός ορεινού οικισμού του Νομού Καστοριάς.
Στις 24 Φεβρουαρίου πυρπολείται η Μονή Αγίου Νικολάου Τσιριλόβου. βρίσκεται στις δυτικές πλευρές του όρους Άσκιου, 4 χλμ. ΝΑ. του σύγχρονου οικισμού της Κορησού και απέχει από την πόλη της Καστοριάς 19 χλμ.
Στις 18 Μαρτίου δέχεται επίθεση η Μονή Αγίου Αθανασίουο Ζηκοβίτσης
ΔΙΗΓΗΣΕΙΣ ΠΑΝΤΕΛΗ ΓΚΙΝΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΠΟΛΕΜΟ ΚΑΙ ΤΗΝ ΚΑΤΟΧΗ ΤΟΥ 1940-1944
Διήγηση Παντελή Γκίνη
«Όταν ξέσπασε ο πόλεμος του 1940 ο κόσμος κοιτούσε να επιβιώσει και οι δουλειές έπεσαν. Λίγοι έφτιαχναν εικόνες. Γι’ αυτό και εμείς είχαμε τις φωτογραφικές μηχανές και με αυτές φωτογραφίζαμε στρατιώτες, Έλληνες και μετά Ιταλούς και Γερμανούς για να επιβιώσουμε».
«Την οικογένεια την πήγα στους Γόννους όταν ξέσπασε η πείνα του ΄41 και έμεινα στη Λάρισα μόνο εγώ και η μεγάλη κόρη μου η Βασιλική η οποία δούλευε στην Αγροτική Τράπεζα».
«Ένα πρωινό πριν ξημερώσει 5:30, 6:00 θα ήταν νοιώσαμε το σπίτι να τραντάζεται. Σηκωθήκαμε φοβισμένοι να τρέχουμε να πάμε στα καταφύγια να γλυτώσουμε. Όμως μας έλεγαν οι στρατιώτες: «πού πάτε; δεν έγινε βομβαρδισμός, σεισμός έγινε, πηγαίνετε στα σπίτια σας». Ξημέρωνε Σάββατο τότε. Την άλλη μέρα Κυριακή τω Απόκρεων χτυπά συναγερμός και εχθρικά αεροπλάνα μας βομβάρδισαν. Τι ήταν και αυτά τα χρόνια μη συζητάς …»1
«Είχα γνωρίσει έναν Γερμανό αξιωματικό γιατρό. Αυτός σύχναζε στο εργαστήρι. Ήταν αντίθετος με αυτόν τον πόλεμο. Με την υποχώρηση μου έδωσε κάποια βιβλία που είχε να τα κρατήσω και αν επέστρεφε στην πατρίδα του ζωντανός να μου έγραφε να του τα έστελνα πίσω. Πέρασε πολύς καιρός, δεν είχα νέα από αυτόν».
«Ένας φίλος Εβραίος τότε που τους κυνηγούσαν ζήτησε να τον κρύψω στο σπίτι ή στο εργαστήριο. Τον λυπήθηκα και τον έκρυψα. Μετά έφυγε δεν ξέρω για που, δεν τον ξαναείδα. Τι τράβηξαν και αυτοί οι καημένοι».
«Τον άντρα της αδελφής της Λουκίας, της Ελένης τον Χρήστο Σαρχώση, τον πήραν οι Γερμανοί για καταναγκαστικά έργα στο Άουσβιτς. Εμείς εδώ να παρακαλάμε τους Γερμανούς να μην τον πάρουν, να γυρίσει πίσω, γιατί δεν έκανε τίποτα κακό εναντίον τους ο άνθρωπος. Ήταν ένας φιλήσυχος άνθρωπος. Μετά από πολύ καιρό γύρισε πίσω αγνώριστος. Πω πω τι τράβηξε εκεί πέρα, τι μας έλεγε …»
«Είχαμε καταλάβει ότι οι κατακτητές ετοιμάζονταν να φύγουν από την πόλη μας από τις ετοιμασίες που έκαναν. Ένα πρωινό ακούγαμε την μηχανή ενός αεροπλάνου και το βλέπαμε να κάνει κύκλους πάνω από την πόλη, αλλά και έξω από την πόλη στην περιοχή κυρίως Μεζούρλο (στο δρόμο εξόδου για την Καρδίτσα). Μετά από λίγη ώρα ακούγονταν ήχοι από μηχανές αεροπλάνων. Σήμανε συναγερμός. Έρχονταν αεροπλάνα και ξεκινούσαν βομβαρδισμό. Εμείς κρυφτήκαμε στα καταφύγια. Κυκλοφορούσαν έξω μονάχα στρατιώτες κατακτητές. Τα αεροπλάνα πετούσαν χαμηλά στην πόλη και πυροβολούσαν τους στρατιώτες, ενώ πιο μακρυά ακούγονταν βομβαρδισμοί. Δεν γνωρίζαμε τι συνέβαινε. Όμως διαισθανόμασταν ότι μάλλον συμμαχικά αεροπλάνα χτυπούσαν ανελέητα τους κατακτητές. Μετά από πολλή ώρα βομβαρδισμών όταν τα πράγματα ησύχασαν βγήκαμε από τα καταφύγια. Αμέσως καταλάβαμε τί είχε συμβεί. Η περιοχή του Μεζούρλου φλέγονταν γιατί εκεί στάθμευαν τα τρένα. Διαδόθηκε το νέο ότι εγγλέζικα αεροπλάνα κτύπησαν τα σταθμευμένα τρένα που ήταν γεμάτα από κατακτητές στρατιώτες προς υποχώρηση. Μεγάλο μέρος του πληθυσμού κατευθύνθηκε προς τα εκεί για να δει από κοντά τι συνέβη».
Τεκμηρίωση διηγήσεων
Λίγο πριν από την αυγή της 1ης Μαρτίου 1941, στις 5 και 53’ το πρωί, σεισμός 6,3 βαθμών της κλίμακας Richter έπληξε τη Λάρισα. Στα ερείπια που είχαν συσσωρεύσει στην πόλη οι βομβαρδισμοί, ήλθαν να προστεθούν και τα τραγικά αποτελέσματα του Εγκέλαδου. Όταν πια πέρασαν οι πρώτες δύσκολες στιγμές του σεισμού, οι τοπικές αρμόδιες αρχές ενεργοποιήθηκαν για να μετρήσουν το μέγεθος της καταστροφής και κυρίως για τη διάσωση εκείνων που είχαν παγιδευτεί κάτω από τα ερείπια. Η πόλη που είχε βαρύτατα πληγεί από τους βομβαρδισμούς και είχε ακόμη κάποια ζωή και κίνηση, βρισκόταν τώρα βαρύτατα τραυματισμένη.
Και σαν να μην έφθανε αυτό, το μεσημέρι της επομένης ημέρας του σεισμού, 2 Μαρτίου, που ήταν η Κυριακή των Απόκρεω, σημειώθηκε νέα ιταλική αεροπορική επιδρομή σε μια πόλη που δεν είχε προφθάσει ακόμη να ανασύρει από τα ερείπια τους νεκρούς του σεισμού. Το γεγονός αυτό στιγματίσθηκε από ολόκληρη την παγκόσμια κοινότητα.
Σε ανακοίνωσή του το Υφυπουργείο Δημοσίας Ασφαλείας ανέφερε επί λέξει στις 2 Μαρτίου του 1941: «Η εχθρική αεροπορία, εν γνώσει ότι την προηγουμένην ημέραν η Λάρισα είχεν υποστεί τρομακτικάς καταστροφάς, με αρκετά θύματα εκ του σεισμού και καθ’ ήν ώραν το έδαφος εσείετο υπό των κατ’ εξακολούθησιν σεισμικών δονήσεων και υπήρχον χιλιάδες άστεγοι γυναίκες και παιδιά, εβομβάρδισεν επί μίαν ολόκληρον ώραν διά σμήνους βομβαρδιστικών αεροπλάνων την πληγείσαν ταύτην πόλιν. Κατά την διάρκειαν του βομβαρδισμού διεκόπη το έργον της διασώσεώς των υπό τα ερείπια θυμάτων εκ των σεισμών».
Ο πρωθυπουργός της Αγγλίας Τσώρτσιλ, εκφράζοντας την αγανάκτηση του Βρετανικού λαού, κατακεραύνωσε τους Ιταλούς για το γεγονός, λέγοντας: «Μια ελληνική πόλις, η Λάρισα, ερειπώθηκε από τρομακτικούς σεισμούς. Οι Ιταλοί φασίστες δεν την εσεβάσθησαν και εξαπέλυσαν εναντίον της αεροπορικήν επίθεσιν διά να προσθέσουν εις τα υπάρχοντα και άλλα ερείπια και εις τους νεκρούς και άλλους, εκ των βομβών των. Καταγγέλομεν εις την παγκόσμιον συνείδησιν την άνανδρον αυτήν επιδρομήν» 1
Η φωτογραφία εντοπίστηκε από τον Αχιλλέα Καλτσά, που είναι μέλος της Φωτοθήκης Λάρισας του Ομίλου Φίλων της Θεσσαλικής Ιστορίας σε διεθνή δημοπρασία παλιών φωτογραφιών. Απεικονίζει την κατάσταση στην οποία βρισκόταν το Ιερόν Βήμα του μητροπολιτικού ναού του Αγ. Αχιλλίου μετά τον σεισμό και τους συνεχείς βομβαρδισμούς. Δεξιά διακρίνεται μέρος της Αγίας Τραπέζης σκεπασμένης από ερείπια. Πίσω, στην κεντρική κόγχη του Ιερού υπάρχει το Σύνθρονο, ο θρόνος του αρχιερέως αλώβητος και ενδιάμεσα ο Σταυρός με τον Εσταυρωμένο έχει πέσει στα πλάγια. Η λήψη της φωτογραφίας έγινε από Γερμανό στρατιωτικό μετά την κατάληψη της Λάρισας, τον Απρίλιο του 1941.2
Ο ΔΕΥΤΕΡΟΣ ΓΑΜΟΣ
| Φωτογραφικό Αρχείο Παντελή Γκίνη (εγγονού) |
Δευτέρα 13 Οκτωβρίου 2025
ΩΣ ΔΑΣΚΑΛΟΙ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ
Ο δημοσιογράφος Νίκος Νάκος στη συνέντευξη που πήρε από τον παππού Παντελή για λογαριασμό της εφημερίδας Ελευθερίας Λάρισας αναφέρει : «Παράλληλα με την αγιογραφία, ο Παντελή Γκίνης παρέδιδε και μαθήματα ζωγραφικής σε νέους και κυρίως σε δεσποινίδες της Λάρισας. Γύρω στα 1925-1930 το να μαθαίνει μια δεσποινίδα να ζωγραφίζει ήταν περίπου σαν μόδα, όπως έχουμε σήμερα το πιάνο ... Οι μαθητές του λοιπόν ήταν πολλοί και σήμερα ο πιο γνωστός είναι ο αγιογράφος Κώστας Παπαγιαννόπουλος που στο μεταξύ η τεχνοτροπία του πέρασε στο βυζαντινό ύφος». 1
«Θάνος Τότσικας γεννήθηκε στη Νίκαια της Λάρισας. Πήρε τα πρώτα μαθήματα ζωγραφικής στον αγιογράφο της Λάρισας Γκίνη και στη συνέχεια μαθήτευσε κοντά στο ζωγράφο της Αθήνας Γ. Βογιατζή. 2
«Ο Αγήνωρ Αστεριάδης (1889-1977), ο γνωστός μας ζωγράφος, ο οποίος γεννήθηκε στην Λάρισα στις 24 Αυγούστου 1889. Νεαρός ακόμη και ενώ φοιτούσε στις πρώτες τάξεις του γυμνασίου έπαιρνε μαθήματα σχεδίου από τον ζωγράφο της γενέθλιας πόλης του, τον Χρυσόστομο Παπαμερκουρίου. Το 1915 εισήχθη στην Σχολή Καλών Τεχνών Αθηνών…..» 3
Ο παππούς Παντελής ανέφερε συχνά το όνομα ενός μαθητή του, τον Παναγιώτη Σκοτινιώτη, από το Βόλο. Τον θυμάμαι που επισκέπτονταν συχνά τον παππού Παντελή στο εργαστήρι και μάλιστα τον αποκαλούσε «δάσκαλε».
----------------------------------------------------------------------------------------------
1 Για την περίπτωση του Κώστα Παπαγιαννόπουλου βλέπε αναλυτική ανάρτηση :
2 Βογιατζής Φωτης, (1980), Η Θεσσαλική Ζωγραφική 1500-1980, Αυτοέκδοση, σελ. 312, Αθήνα.
3 Παπαθεοδώου Ν. (2016), «Ιχνηλατώντας την παλιά Λάρισα», σελ. 133, Λάρισα.
























