«Στις Καρυές τότε ήταν 300 αγιογράφοι. Είχαν οι Ρώσοι στην Ρωσία πρακτορεία έπαιρναν τις παραγγελίες εκεί τις έστελναν στο Άγιο Όρος και τις έδιναν στους αγιογράφους του Αγίου Όρους,1 ενώ οι Ρώσοι ήταν 3 εκατομμύρια αγιογράφοι (3.000.000)2 και προτιμούσαν από το Άγιο Όρος, γιατί ήταν από το Άγιο Όρος άγιες οι εικόνες. Οι Ρώσοι στις δικές τους τις εκκλησίες εκεί στο Άγιο Όρος που είχαν τα μοναστήρια έκαναν εικόνες από το Άγιο Όρος καλλιτεχνικότατες εικόνες από επιστήμονες αγιογράφους πρώτης τάξεως και στην Ρωσία πήγαιναν από το Άγιο Όρος για το λαό. Ζωγραφίζαμε σε ξύλα από κυπαρίσσια».3
Σύμφωνα με τον Μπορνόβα Ν., (2012), εκείνη την εποχή στο Άγιο Όρος συγκεντρώνονταν περιηγητές, ερευνητές, έμποροι, ζωγράφοι κυρίως στις Καρυές, άλλοι επαγγελματίες όπως αντιγραφείς χειρογράφων, βιβλιοδέτες, αργυροχρυσοχόοι, φωτογράφοι, ξυλογλύπτες, ωρολογοποιοί κεντητές αμφίων, ράφτες, καλτσάδες, σιδηρουργοί, κωδωνοποιοί, τραπεζίτες, ξενοδόχοι, κρεοπώλες, παντοπώλες, πωλειτές καπνού σε σημείο που η υπερβολική αύξηση του αριθμού τους προκάλεσε την έκδοση περιοριστικών αποφάσεων εκ μέρους της Επιστασίας αλλά και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Τον 18ο αιώνα ζωγράφοι με καταγωγή από περιοχές της Ελλάδας έφταναν και εργάζονταν στο Άγιο Όρος, τόσο για τη διερεύνηση των εικαστικών αναζητήσεων, όσο και της πελατείας τους.
Οι Καρυές, σύμφωνα με τον Βλαδίμηρο Νταβίντοφ (ταξιδιωτικές σημειώσεις σελίδα 283 ) χαρακτηρίστηκαν ως “Φρανκφούρτη του Άθωνα”, γιατί με απόφαση της Επιστασίας το έτος 1791 επιτράπηκε η καθιέρωση μόνιμης αγοράς με εμπορικά καταστήματα και εργαστήρια.
Ο αρχιμανδρίτης της μονής Εσφιγμένου Γεράσιμος Σμυρνάκης ανέφερε το 1903 ότι :“υπάρχουν τώρα στο Άγιο Όρος πάμπολλοι αγιογράφοι μονάχοι και λαϊκoί και στις Καρυές και στα Ελληνικά κελιά”.
Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι την ίδια περίοδο διακόπηκε η δημιουργία τοιχογραφιών με εξαίρεση μεμονωμένες παραστάσεις και σταδιακά ξεκίνησε η παραγωγή φορητών εικόνων. Έτσι διαμορφώθηκε μία επαγγελματική τάξη ζωγράφων και τα έργα τους αναγνωρίστηκαν ως τα πλέον ευγενή εργόχειρα κελλιοτών. Η χρονική περίοδος καλύπτει τον 19ο αιώνα και τις αρχές του 20ού αιώνα. Η συνοδεία του Ιεροδιακονού Βαρθολομαίου και του Μοναχού Χρυσοστόμου με έδρα το Λαυρεωτικό κελί του Ιωάννου του Θεολόγου (1886) μαζί με μαθητές αγιογράφους ζωγράφισαν πάνω από 4000 εικόνες.
Επίσης δίπλα στις Καρυές δραστηριοποιούνταν ο αγιογραφικός οίκος της Ρωσικής Σκήτης του Αγίου Ανδρέα μαζί με τον Ρωσικό αγιογραφικό οίκο του κελιού του Αγίου Χρυσοστόμου που εργάζονταν για λογαριασμό της Μονής Παντελεήμονος, αλλά και άλλες Ρωσικές σκήτες και κελιά στο Άγιο Όρος. Εργάζονταν και γνωστοί κοσμικοί επαγγελματίες αγιογράφοι, συγχρόνως διαμορφώθηκε και ένα ανάλογο ρεύμα Ηπειρωτών ζωγράφων.
Από ερευνητικό υλικό προκύπτει ότι στο μεταίχμιο του 19ου και 20ού αιώνα εργάζονται τουλάχιστον 187 κοσμικοί και μοναχοί ζωγράφοι στο Άγιο Όρος. Το μεγάλο κέντρο είναι οι Καρυές, όπου έχουν την έδρα των δραστηριοτήτων τους 72 αγιογράφοι. Παράλληλα διαμορφώνεται μια δεύτερη περίπου ισοδύναμη ομάδα από 87 αγιογράφους, όπου ο αριθμός τους είναι δηλωτικός μιας άρχουσας καλλιτεχνικής τάσης που εντοπίζεται σε σκήτες της Αγίας Άννας, Καυσοκαλύβια, νέα Σκήτη και σκήτες Ιβήρων, Κουτλουμουσίου, Παντελεήμονος. Επίσης υπάρχει και μία τρίτη ομάδα από 28 μεμονωμένος αγιογράφους σε μόνες και κελιά. Άρα έχουμε μία πολύ μεγάλη διασπορά αγιογράφων, που χαρακτηρίζονται από μονιμότητα και από σημαντικό αριθμό έργων κατά άτομο.
Από τεχνοτροπική άποψη οι αγιογράφοι του Άθωνα χαρακτηρίζονται από κοινά πρότυπα θρησκευτικής ζωγραφικής που οφείλεται αφενός στην κοινή αισθητική αντίληψη που διαμόρφωσαν μεγάλοι αγιογραφικοί οίκοι όπως οι Ιωασαφαίοι, οι Δανιηλαίοι, οι Αβραμαίοι, οι Κυριλλαίοι, οι Καρτσωναίοι, οι Παχωμαίοι, οι Σεραφειμαίοι και άλλοι ζωγράφοι. Αφετέρου στο σύνολό τους δέχονταν παραγγελίες φορητών εικόνων κυρίως για Ρώσους που προσδιόρισαν τα πρότυπα και την τεχνική της ελαιογραφίας τους εικονογραφικούς τύπους την χρωματική κλίμακα που ήταν επηρεασμένη από την Ναζαρηνή ζωγραφική που επικρατούσε ως απόηχος της τέχνης της Δύσης στην Ρωσία. Η φυσιοκρατική αντίληψη υιοθετήθηκε την εποχή που επικρατούσε η “νεοβυζαντινή τεχνοτροπία” στην υπόλοιπη Ελλάδα. Οι ορθόδοξες εικόνες διοχετεύονται στον ορθόδοξο κόσμο, στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.4
Κατά τον π. Πατάπιο Καυσοκαλυβίτη (2012), «Με το εργαστήριο των Ιωασαφαίων αρχίζει να επικρατεί το δυτικό φυσιοκρατικό καλλιτεχνικό ιδίωμα και ιδίως εκείνο της Ρωσοναζαρηνής λεγόμενης ζωγραφικής. Στην βιβλιοθήκη της σημερινής Καλύβης των Ιωασαφαίων σώζονται πολλά από τα λιθογραφικά αντίτυπα εικόνων που προέρχονται από τη Ρωσία και που αποτελούσαν τα πρότυπα της τέχνης τους. Πρότυπα που με τη σειρά τους μιμούνται δυτικοευρωπαϊκά ρεύματα. Τις λιθογραφίες αυτές προμηθεύονταν από την εκρωσισμένη ήδη μονή Αγ. Παντελεήμονος, τις ρωσικές σκήτες του Αγ. Ανδρέα και Προφήτου Ηλία, αλλά και τα πολυάριθμα ρωσικά κελιά του Αγίου Όρους. Οι παραγγελίες ήταν χιλιάδες και κυρίως η μονή Αγ. Παντελεήμονος διαδραμάτιζε το ρόλο του μεσίτη μεταξύ των εργαστηρίων και των Ρώσων, που συνήθως ήταν ευεργέτης ή αγοραστές. Φαίνεται μάλιστα ότι τα εικονογραφικά εργαστήρια των Ελλήνων Αγιορειτών, όπως αυτό των Ιωασαφαίων, υπερείχαν καλλιτεχνικά από τα αντίστοιχα των Ρώσων, γι’ αυτό και οι Ρώσοι μοναχοί που προωθούσαν τα έργα αυτά στη Ρωσία ή στους Ρώσους προσκυνητές προτιμούσαν να μην αναγράφονται τα ονόματα των Ελλήνων μοναχών στις εικόνες που ιστορούσαν, προκειμένου να φαίνεται ότι αυτές προέρχονται από τα ρωσικά αθωνικά εργαστήρια.
Δεν θα πρέπει όμως να αποδώσουμε την πλήρη ευθύνη για την εισαγωγή της φυσιοκρατικής ρωσοναζαρηνής τεχνοτροπίας στον Άθωνα στους Ιωασαφαίους, καθώς σύμφωνα με τον Κ. Καλοκύρη “εγένοντο οι εργάται μιας τέχνης η οποία ήδη προ αυτών ήο οικεία εις τον Άθω”. Ο Καλοκύρης αναφέρεται στο γεγονός ότι η απόκλιση από παραδεδομένα στοιχεία της βυζαντινής ζωγραφικής δεν εθεωρείτο πάντοτε κακό ή επιβλαβές προς την ορθόδοξη παράδοση.
».5
--------------------------------------------------------
1. «Αἱ ἐργασίαι τῆς ζωγραφικῆς ἐπροόδευον, αἱ παραγγελίαι πλεῖσται ἀπό τήν Ἱ. Μονήν τοῦ Ρωσσικοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος πρό πάντων, ἥτοις ἠγόραζε καί ἀπέστελνε εἰς Ρωσσίαν. Ἐπώλει μέ ἀδράν τιμήν πρός ὄφελός της.»
Ἀπό τήν ἀνέκδοτη χειρόγραφη Ἱστορία τῆς ἀδελφότητας τῶν Ἰωασαφαίων μεταφέρουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό κεφάλαιο πού φέρει τόν τίτλο: Ἡ ἀρχή τῆς ἁγιογραφικῆς τέχνης κατά τό ἔτος τῆς εἰς τήν Ἱ. Σκήτην Ἁγίας Ἄννης ἀφίξεως ἤτοι τό 1858.
2. Ο Γραίκος Ν., (2011) αναφέρει « στα τέλη του 19ου ευρύτατη διάδοση στη Ρωσία θα πάρουν τα διάφορα εργαστήρια μαζικής παραγωγής «λαϊκών» εικόνων, του γνωστού ως “Suzdalian” στυλ, στα χωριά Suzdal, Palekh, Mstyora, Kholuy στην επαρχία του Vladimir, αλλά και σε άλλες περιοχές της Ρωσίας. Οι εικόνες αυτές, χαρακτηρίζονται για το «βιομηχανικό» χαρακτήρα κατασκευής τους και τη «λαϊκότροπη» μεταφορά παλαιών προτύπων. Διαδόθηκαν ευρέως στο σλαβόφωνο χώρο αποτελώντας αναπόσπαστα στοιχεία της λαϊκής ευσέβειας και λατρείας. Παρά τις ομοιότητες, που υπάρχουν ανάμεσα στο ύφος αυτών των εικόνων και της λαϊκότροπης εκδοχής της δυτικότροπης τάσης στην Ελλάδα είναι ακόμα ανεξακρίβωτη η επιρροή που άσκησαν στον ελλαδικό χώρο. Πάντως είναι χαρακτηριστικό ότι σε σχετικό δημοσίευμα στην Εστία το 1881 παρατίθενται πολλές πληροφορίες για παρόμοιες ρωσικές εικόνες: «Ἐν Ῥωσσία, ἡ βιομηχανία τῶν θρησκευτικῶν εἰκόνων, ἰδιαίτερον ἀποτελεῖ κλάδον τῆς εἰκονογραφικῆς τέχνης. Ἡ ὀρθοδοξία τῶν διὰ τὴν λατρείαν καθιερωμένων ἀντικειμένων τηρεῖται εὐλαβέστατα καθ ́ ἅπασαν τὴν αὐτοκρατορίαν, καθὼς εἰς τοὺς ἀρχαίους χρόνους. Ἐν Τρόϊτσα, ἐν Μόσχα, ἐν Τούλντα ἐν τῷ κέντρῳ αὐτῷ τῆς Ῥωσσίας, ὁλόκληρα χωρία κατοικοῦνται ὑπὸ ζωγράφων ἢ μᾶλλον τεχνιτῶν, οἱ ὁποῖοι πατροπαραδότως ἔργον ἔχουσι να κατασκευάζωσιν εἰκόνας τοῦ Χριστοῦ, τῆς Παναγίας, τῶν διαφόρων ἁγίων κατὰ τὰ ὑπὸ τῆς Ἀρχῆς τεθειμένα ὑποδείγματα. Πάντες οἱ κάτοικοι, ἄνδρες, γυναῖκες καὶ παιδία, καταγίνονται εἰς τὴν βι- ομηχανίαν ταύτην. Ἕκαστος αὑτῶν ἔχει ἰδιαιτέραν ἐργασίαν, εἰς ἣν καὶ ἀποκλειστικῶς ἀσχολεῖται. Οὕτω λ.χ. εἷς ζωγραφεῖ τοὺς ὀφθαλμοὺς, ἕτερος τὸ στόμα, ἄλλος διακόπτει τὰς ἀκτῖνας, αἵτινες περιβάλλουσι τὸ πρόσωπον. Ἐπὶ τέλους δὲ ὁ ἀρχιεργάτης ἐπεξεργάζεται τὸ σύνο- λον τῆς εἰκόνος [...] Ἡ βιομηχανία αὕτη παρέχει δαψίλειαν θρησκευτικῶν εἰκόνων καθ ́ ἅπασαν τὴν ῥωσσικὴν Ἐπικράτειαν, καὶ εἰς ὅλας τὰς τάξεις τῆς κοινωνίας, τὰ προϊόντα δὲ ταῦτα διασπείρονται εἰς ὅλας τὰς χώρας τοῦ ἀνατολικοῦ δόγματος». Πηγή: «Ἡ ἁγιογραφία ἔν Ρωσσίᾳ», Εστία 275, τ. 11, έτος Στ’, 5 Απρ. 1881, 221.
Στο Γραίκος Ν. (2011), Ακαδημαϊκές τάσεις της εκκλησιαστικής ζωγραφικής στην Ελλάδα κατά τον 19ο αιώνα, Διδ. Διατριβή, Θεσσαλονίκη.
3. Τά εἰκονοσάνιδα κατεσκεύαζον εἰς τήν Ἱεράν Μονήν (τοῦ Ρωσσικοῦ Ἁγίου Παντελεήμονος) ἐκ ξύλου κυπαρίσου μόνον, ὄχι ἐξ ἄλλου. Οἱ ἐν Ρωσσίᾳ ρῶσσοι εἶχον εἰς μεγάλην ὑπόληψιν αὐτό. Ἦτο ὁ Σταυρός τοῦ Χριστοῦ ἐξ αὐτοῦ. Ἐπρομηθεύοντο αὐτό ἐξ Ἀνατολῆς, Κρήτης κλπ. μέρη.
Ἀπό τήν ἀνέκδοτη χειρόγραφη Ἱστορία τῆς ἀδελφότητας τῶν Ἰωασαφαίων μεταφέρουμε ἕνα ἀπόσπασμα ἀπό τό κεφάλαιο πού φέρει τόν τίτλο: Ἡ ἀρχή τῆς ἁγιογραφικῆς τέχνης κατά τό ἔτος τῆς εἰς τήν Ἱ. Σκήτην Ἁγίας Ἄννης ἀφίξεως ἤτοι τό 1858.
4. “Το Άγιον Όρος στα χρόνια της απελευθέρωσης”, Αφιέρωμα στην εκατονταετηρίδα της απελευθέρωσης 2/15 Νοεμβρίου 1912. Θεσσαλονίκη 2012: “Η αγιορείτική ζωγραφική στις απαρχές του 20ού αιώνα”, Νικόλαος Μπονόβας, σελ 283-292
5 . Εἰσήγηση τοῦ π. Παταπίου Καυσοκαλυβίτου, στήν Στρογγυλή Τράπεζα: ΝΑΖΑΡΗΝΗ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗ, στά πλαίσια τοῦ Ζ΄ Διεθνοῦς Συνεδρίου: ΤΟ ΑΓΙΟΝ ΟΡΟΣ ΣΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΑΠΕΛΕΥΘΕΡΩΣΗΣ, Θεσσαλονίκη, Μουσεῖο Βυζαντινοῦ Πολιτισμοῦ, 24 Νοεμβρίου 2012

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου