Απομαγνητοφωνημένη διήγηση
«Αυτός ο πρώτος μου γάμος έγινε 19 Μαΐου του 1913. Εν τω μεταξύ όμως εγώ είχα υποβάλλει χαρτιά στην Νομαρχία να αποκτήσω την Ελληνική Ιθαγένεια και έτσι να απαλλαγώ από την υποχρέωση να μην με τραβάει και η Κορυτσά, να με τραβάει η αστυνομία να με πάνε ως ανυπότακτο. Και απέκτησα και την ελληνική ιθαγένεια και είχα γραφτεί ως Έλλην υπήκοος και δημότης Λαρίσης.
Για να πετύχω όλα αυτά δεν είχε τελειώσει η περιπέτεια μου ακόμα. Από την Κορυτσά στέλνουν στην αστυνομία εδώ έγγραφο, τον Π. Γκίνη ως ανυπότακτο να με συλλάβει η αστυνομία να με στείλει οδικώς στην Κορυτσά. Αν είχα λεφτά θα έδινα και τον συνοδό το χωροφύλακα, αν δεν διέθετα λεφτά θα με πήγαιναν πεζό, Ελασσώνα, Καστοριά να πάμε στην Κορυτσά. Από αυτήν την υπόθεση σηκώνομαι και φεύγω.
Έρχονταν ένας χωροφύλακας και με περίμενε απ’ έξω από το σπίτι εκεί στην οδό Μιαούλη που ήμουν παντρεμένος και φύλαγε το σπίτι εκεί γιατί μέσα δεν μπορούσε να έρθει να με πιάσει. Έπρεπε να βγω έξω να με γραπώσει.
Εγώ τον παρακολουθούσα από το σπίτι από μέσα αυτόν τον αστυνομικό. Εν καιρώ βρίσκω την ευκαιρία που έφυγε και σηκώνομαι και φεύγω ένα απόγευμα και πηγαίνω στον σταθμό και μπαίνω στο Βολιώτικο το τρένο, ήταν ο σταθμός ο βολιώτικης και φεύγω λαθραίως. Κατεβαίνω στο Βόλο, μπαίνω στο πλοίο και πηγαίνω στην Αθήνα.
Εκεί είχα γνωρίσει μια οικογένεια από εδώ. Ήταν ένας Αγαθοκλής Ανδρέου στην Αθήνα. Πηγαίνω εκεί στον Ανδρέου το μαγαζί το είχε στην Ομόνοια λίγο παρακάτω. Ήταν σιδερωτής αυτός, σιδέρωνε γιακάδες και κολάρα. Ήταν η μόδα τότε, μανικέτα και κολάρα σιδερωμένα σκληρά. Του λέω αυτό και αυτό μου συμβαίνει. Ήρθα εδώ να τακτοποιηθώ γιατί και από την Κορυτσά με ζητούν και εδώ θέλουν να με πιάσουν. Τα χαρτιά μου είναι εγκεκριμένα, έχω γίνει ΄Ελλην υπήκοος. Λέει μη φοβάσαι, θα την τακτοποιήσουμε την δουλειά αυτή.
Ήταν Σάββατο - Κυριακή κάτσε μου λέει θα πάμε στο Νέο Φάληρο να φάμε να γλεντήσουμε θα την περάσουμε κοτσάνι και αύριο το πρωί θα τακτοποιήσουμε τη δουλειά τη δική σου. Είχε και έναν αδελφό Δημητράκη τον λέγαν που είχε αδελφή ενός Λοχαγού, λεγόταν Νικολαϊδης αυτός ο γαμπρός ο συμπέθερος. Με παίρνει τη Δευτέρα το πρωί ο Αγαθοκλής πάμε να τον προλάβουμε το συμπέθερο το Νικολαϊδη πριν φύγει για το επιτελείο, γιατί ύστερα που να τον βρούμε. Πηγαίνουμε πρωί στο σπίτι του, του λέμε αυτό και αυτό. Έλα εδώ μου λέει ο Νικολαϊδης, πάμε στο υπουργείο των στρατιωτικών. Δεν είχε ανοίξει ακόμα το υπουργείο για τους πολίτες και μπαίνομε από ένα παρτάκι από μέσα από την πίσω. Εκεί ήταν ο προσωπάρχης του υπουργού των στρατιωτικών. Και τον λέει ο Νικολαϊδης αυτό και αυτό συμβαίνει.
Αυτός ο προσωπάρχης αμέσως κάνει τρεις διαταγές. Και ένα τηλεγράφημα στην Κορυτσά να πάψει η καταδίωξη του Παντελής Γκίνη ως ανυπότακτου, γιατί το υπουργείο θεωρεί την εγγραφή του εν Λαρίση ως επικρατεστέρα. Και κάνει και ένα τηλεγράφημα στη Λάρισα να πάψει η καταδίωξη του Παντελή Γκίνη και το υπουργείο διατάσσει να υπηρετήσει στην Λάρισα όταν θα κληθεί. Με δίνει και τον αριθμό του πρωτοκόλλου και τράβα σπίτι σου μου λέει.
Σηκώνομαι έρχομαι εδώ. Ένα νοματάρχης είχε πάρει αυτή τη διαταγή, αλλά κοιτούσε να με γραπώσει αδιαφορώντας για τη διαταγή. Ήθελε να με πιάσει να με στείλει οδικώς ως ανυπότακτο στην Κορυτσά. Με πιάνει ένας χωροφύλακας, με πηγαίνει στην αστυνομία σε ένα δωμάτιο με έκλεισαν εκεί.
Εν τω μεταξύ στην νομαρχία ο διευθυντής ήταν ένας Μαργέλλος τον έλεγαν. Η γυναίκα του ήταν του Ζαρμάνη ήταν ένας παλιός δήμαρχος Λαρισινός. Αυτός ο Μαργέλλος ήμασταν υπό κράτηση, έρχονταν ένα παιδάκι από ένα καφενείο και μας έφερναν καφέ. Με έφερε καφέ τον πλήρωσα και δίνω ένα σημείωμα, θα πας στην νομαρχία θα βρεις τον κ. Μαργέλλο και θα του δώσεις αυτό το σημείωμα, του λέω, πάρε και δέκα δραχμές. Πήγε το παιδί τον βρήκε. Έρχεται αυτός εδώ. Τί συμβαίνει; μου λέει. Αυτό και αυτό συμβαίνει. Με έχουν υπό κράτηση, έχω αποκτήσει την ιθαγένεια και αυτό ο νοματάρχης φτιάχνει τα χαρτιά να με στείλει αδίκως στην Κορυτσά. Σηκώνεται και πηγαίνει στον διευθυντή της αστυνομίας και του λέει αυτό και αυτό. Ο διευθυντής της αστυνομίας φωνάζει τον ενοματάρχη. Του λέει τί συμβαίνει; Έχεις κανέναν κρατούμενο; Ναι, λέει, τον έχω είναι ανυπότακτος και έχω διαταγή από την Κορυτσά τον ζητούν. Και πως ενεργείς εσύ έτσι το θέλεις; Δίνω εγώ τον αριθμό της διαταγής του υπουργείου. Ανώτερος θα γίνεις εσύ από τις διαταγές του υπουργείου; Τον δίνει μια κατσάδα τον ενοματάρχη. Είσαι ελεύθερος, τράβα στη δουλειά σου. Και έτσι ησύχασα από αυτήν την περιπέτεια.
Όταν κλίθηκε η κλάση του ΄16 πήγα και εγώ με την κλάση του ΄16 ως αγύμναστος να υπηρετήσω τρεις μήνες στρατιώτης για να απαλλαγώ και εγώ από την στρατιωτική υποχρέωση.
Πήγα και εγώ στρατιώτης θυμούμαι στο 4ο Σύνταγμα που ήταν ένας υπασπιστής του συντάγματος γνωστός πολύ. Ήταν από τα Αμπελάκια και εκεί στον πρώτο λόχο που είχα καταταγεί με απέσπασε στο συνεργείο ξυλουργών για να με απαλλάξει από τις αγγαρίες και από τα γυμνάσια.
Ήταν κάτι μαραγκοί εκεί 3-4 και πήγαινα και εγώ εκεί και έρχονταν ένας ταγματάρχης και έκανε επιθεώρηση και όταν έχοντας αυτός έπαιρνα και εγώ ένα γυαλόχαρτο και έξυνα κανένα ξύλο να μη φαίνεται ότι δεν είμαι μαραγκός. Έτσι την πέρασα την υπόθεση αυτή. Ύστερα τον έκανα ένα πανό από αυτά που έχομε εδώ πέρα και το έστειλα εκεί πέρα στη γυναίκα του για το ευχαριστώ».
Τεκμηρίωση διήγησης
Στην Εφημερίδα : Ακρόπολις, : «Οι εν Λαρίσση Στρατώνες», φύλλο Σεπτεμβρίου 1887, Αθήνα, δημοσιεύεται μια περιγραφή των στρατιωτικών εγκαταστάσεων στη Λάρισα : 1
Το έργο αυτό άρχισε αμέσως και με τον τρόπο που προχωρούν οι εργασίες πιστεύεται ότι εντός του προσεχούς μηνός [Οκτώβριος 1887] θα έχουν αποπερατωθεί και θα παραδοθούν τα τέλεια αυτά οικήματα προς χρήσιν του στρατού μας στη Λάρισα.
Οι στρατώνες αυτοί βρίσκονται στο νοτιοδυτικό μέρος της Λάρισας, σε απόσταση πέντε λεπτών. Αποτελούνται από 70 περίπου αυτοτελή οικήματα, τα οποία στο σύνολό τους καλύπτουν ένα ορθογώνιο τετράπλευρο. Η κύρια όψη των οικημάτων αυτών είναι κάθετη προς την πόλη και παρουσιάζουν τέσσερα επιμήκη παραλληλόγραμμα, τα οποία χωρίζονται μεταξύ τους με αρκετή απόσταση. Κάθε παραλληλόγραμμο αναλογεί σε ένα σύνταγμα και περιέχει δώδεκα οικήματα για τους ισάριθμους λόχους του, εκτός των αποθηκών ιματισμού, υλικού πολέμου και των στάβλων. Κάθε οίκημα είναι στερεά κτισμένο με λίθους συνδεδεμένους με τα κατάλληλα κονιάματα και μόνιμα χρωματισμένο, απέχει από το διπλανό του περί τα δέκα μέτρα, από δε σύνταγμα σε σύνταγμα απέχουν τα οικήματα περί τα είκοσι μέτρα. Τα οικήματα αυτά είναι μονώροφα και αρκετά ψηλά. Κάθε ένα απ’ αυτά μπορεί να φιλοξενεί άνετα από 250 άνδρες. Για να μπει κανείς σ’ αυτά πρέπει να ανεβεί τρία με τέσσερα πέτρινα σκαλοπάτια. Το εσωτερικό τους είναι χωρισμένο σε τέσσερις θαλάμους, εκ των οποίων οι δύο χρησιμοποιούνται ως θάλαμοι ύπνου, όπως έχουν τώρα οι λόχοι των ταγμάτων. Ο τρίτος θάλαμος είναι το εστιατόριο και ο τέταρτος η αίθουσα διδασκαλίας. Η διάταξη αυτή, όπως είναι φυσικό, δεν διατηρείται σε περίπτωση επιστράτευσης. Οι θάλαμοι του ύπνου διακρίνονται από τα κινητά από σίδερο και ξύλα κρεβάτια. Όλοι οι θάλαμοι φέρουν στους τοίχους σιδερένια ερείσματα με πολλά άγκιστρα για το κρέμασμα του ιματισμού και του οπλισμού των στρατιωτών.
Στο κέντρο των θαλάμων βρίσκονται αρκετοί λουτήρες για κάθε χρήση, απέναντι δε απ’ αυτούς υπάρχει ένας μικρός θάλαμος ο οποίος χρησιμοποιείται από τον επιλοχία του λόχου. Αμέσως μετά την είσοδο βρίσκονται δεξιά και αριστερά άλλοι δύο μικροί θάλαμοι, οι οποίοι χρησιμεύουν ο μεν ένας ως κοιτώνας των υπαξιωματικών, ο δε άλλος ως γραφείο του σιτιστή και του βοηθού του. Δίπλα από την έξοδο βρίσκεται ακόμα ένας θάλαμος ο οποίος χρησιμεύει σαν αποθήκη του λόχου. Ολόκληρο το οίκημα αερίζεται με αρκετά ψηλά παράθυρα και έχει επαρκή φωτισμό. Κάθε οίκημα έχει και το αφοδευτήριό του, το οποίο απέχει 2-3 μέτρα και αποτελείται από κινητό βόθρο, ο οποίος αδειάζει και ξεπλένεται κάθε 24 ώρες. Με τον τρόπο αυτόν δεν αποτελεί μολυσματική εστία, ούτε δηλητηριάζει σε μεγάλη απόσταση την ατμόσφαιρα, όπως δυστυχώς παρατηρείται σε όλα τα δημόσια καταστήματα. Κάθε οίκημα έχει το δικό του μαγειρείο, το οποίο γειτονεύει, σύμφωνα με μια άσχημη ελληνική συνήθεια, με το αφοδευτήριο (sic). Είναι κτισμένο με όλες τις απαιτούμενες προϋποθέσεις καλών μαγειρείων, με τις σκευοθήκες, τις πινακοθήκες και όλα τα συμπαρομαρτούντα.
Ως γραφείο του Συντάγματος χρησιμεύει τριώροφη οικία κτισμένη με πολλή καλαισθησία, η οποία βρίσκεται μερικά μέτρα πριν από την πρόσοψη κάθε παραλληλόγραμμου. Στο κέντρο του όλου ορθογωνίου που καταλαμβάνουν τα οικήματα υπάρχει τετράπλευρη πλατεία, η οποία μπορεί να χωρέσει και τα τέσσερα Συντάγματα σε φάλαγγα λόχου. Στο κέντρο της διακρίνεται ένα μεγάλο μαρμάρινο ηλιακό ρολόι. Πίσω από την πλατεία υπάρχουν διάφορες αποθήκες και οι στάβλοι του πεζικού και του ιππικού, οι οποίοι διακρίνονται για την πρωτοτυπία τους που τιμά τους διεκπεραιωτές αυτής της μελέτης. Το έδαφός τους είναι πλακόστρωτο και επικλινές, ώστε τα ρέοντα ούρα να αποβάλλονται με τη συμβολή κάποιου αυλακιού. Οι ξύλινες και επενδυμένες με λευκοσίδηρο φάτνες στηρίζονται πάνω σε κομψά μαρμάρινα ερείσματα τα οποία απέχουν μεταξύ τους δύο μέτρα. Πίσω από κάθε έρεισμα, βρίσκονται σιδερένιοι στύλοι με δύο προβολές για την ιπποσκευή των αντίστοιχων ίππων. Επί της οροφής υπάρχουν (χειροκίνητα) ανεμιστήρια, τα δε παράθυρα ανοιγοκλείνουν αρθρωτά εκ των άνω προς τα κάτω. Με τον τρόπο αυτόν οι ίπποι προφυλάγονται από το ψύχος, συγχρόνως δε αερίζονται οι στάβλοι και φωτίζονται καλώς. Εκτός των μεγάλων αποθηκών της νομής του ιππικού συντάγματος, κάθε οίκημα ίλης έχει και κάποια μικρή αποθηκούλα για τη νομή της τετραημερίας ή και εβδομάδος.
---------------------------------------------------------------------------------------------------------------
1 Ν. Παπαθεοδώρου : Ιχνηλιατώντρας την παλιά Λάρισα, «Οι στρατώνες της Λάρισας», Εφημ. Ελευθερία, 7-9-2022
https://www.eleftheria.gr/m/%CE%B1%CF%80%CF%8C%CF%88%CE%B5%CE%B9%CF%82/item/321451.html

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου