Απομαγνητοφωνημένη ομιλία
«Θυμούμαι εκείνη την χρονιά ήταν το 1908. Πήγαμε στην Κορυτσά (για την αγιογράφηση του Ναού του Αγίου Γεωργίου) με τή περιπέτεια πήγαμε μη ρωτάς μέσα στα χιόνια και στους πάγους και κακό. Με το πλοίο από τη Δάφνη στο άγιο όρος πήγαμε στη Θεσσαλονίκη. Από τη Θεσσαλονίκη μπήκαμε στο τρένο πήγαμε στα Βιτόλια το Μοναστήρι που το λένε και από κει με τα αμάξια χειμώνα καιρό, η περιπέτεια εκείνη του ταξιδιού δεν περιγράφεται πως φτάσαμε. Μεσάνυχτα εκεί σε ένα χάνι στη Σβέντζα λεγόταν και από το χάνι με δαδιά αναμμένα να μας περιμένουν γιατί ήξεραν ότι τα αμάξια που είχαν ξεκινήσει με επιβάτες άργησαν και βγήκαν εκεί για να μας σώσουν να μας παραλάβουν. Και μας βρήκανε εκεί στο δρόμο πήγαμε στο χάνι εκεί ξεκινήσαμε τέλος πάντων φτάσαμε στην Κορυτσά.
Από εκεί εγώ πρώτη δουλειά ήταν να πάω στην Δάρδα ζούσε η μάνα μου εκεί. Θυμάμαι ούτε παλτό είχα, ελαφρά ρούχα είχα, είχα και τα παπούτσια μου χαλασμένα. Ποιος να αγοράσει παπούτσια; Κανένας. Ο πατέρας μου Άγιο Όρος εγώ φευγάτος εκεί.
Τα Θεοφάνεια στην Δάρδα βγαίναμε από το χωριό 1 ώρα μακριά σε ένα ποτάμι. Εκεί το έφραγαν την παραμονή και έφτιαχναν μία λιμνούλα για να ρίξουν το σταυρό. Εκεί ήταν ένας φωτογράφος στη Δάρδα και είχε πάρει την φωτογραφία αυτή. Η μάνα μου είχε ένα ξαδερφάκι μου αγκαλιά σε ένα ύψωμα εκεί και φαίνονταν στη φωτογραφία αυτή. Ηλία τον έλεγαν, της αδελφής της παιδάκι.
Ύστερα γύρισα εγώ στην Κορυτσά τελείωσε η εκκλησία ο Άγιος Γεώργιος σηκώθηκα ύστερα να πάμε στο Άγιο Όρος να συνεχίσουμε τη δουλειά. Και όταν έφυγα τότε με ξεπροβόδισε η μάνα μου από έξω από το χωριό μισή ώρα. Με πήρε μία θεία μου Αθήνα την λέγαν με πήγε στην Κορυτσά. Η μάνα μου τη στιγμή που χωρίσαμε δεν με άφηνε από την αγκαλιά της. Να κλαίει, με είχε κάνει μούσκεμα με τα δάκρυα το κεφάλι μου και τα μάγουλα δεν φαίνονταν από τα δάκρυα της. Ήταν σα να καταλάβαινε ότι δεν θα με ξανά έβλεπε άλλη φορά όπως ούτε με ξανά είδε ούτε την ξανά είδα.
Η θεία μου η Αθήνα έλεγε άστο το παιδί να κινήσουμε γιατί εγώ θέλω να τον πάω και να γυρίσω πάλι στην Δάρδα με τα πόδια, μη χασομεράς. Και έτσι με άφησε με τα κλάματα από την αγκαλιά της και ξεκίνησα και περπατώντας και γύριζα να την βλέπω μέχρι που χαθήκαμε και δεν φαινόμασταν ύστερα. Μπήκαμε μέσα στο ύψωμα γύρισε κι αυτή να πάει στο χωριό στο σπίτι κι εμείς τραβήξαμε για Κορυτσά.
Με έβαλε στα αμάξια, πήγαμε στα Βιτόλια και από κει με το τρένο πήγαμε Θεσσαλονίκη και από εκεί στο Άγιο Όρος».
Τεκμηρίωση ομιλίας

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου