ΕΝΑ ΙΣΤΟΛΟΓΙΟ ΑΦΙΕΡΩΜΕΝΟ ΣΤΟΥΣ ΚΑΛΛΙΤΕΧΝΕΣ - ΑΓΙΟΓΡΑΦΟΥΣ - ΖΩΓΡΑΦΟΥΣ - ΦΩΤΟΓΡΑΦΟΥΣ-ΔΑΣΚΑΛΟΥΣ ΖΩΓΡΑΦΙΚΗΣ ΤΕΧΝΗΣ : ΠΑΝΤΕΛΗ Κ. ΓΚΙΝΗ & ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΠΑΠΑΜΕΡΚΟΥΡΙΟΥ. Διαχειριστής Ιστολογίου Παντελής Δ. Γκίνης. Εγγονός, κάτοχος, υπεύθυνος έρευνας-τεκμηρίωσης και επιμελητής δράσεων γύρω από το Αρχείο Παντελή Κ. Γκίνη.

Τρίτη 14 Οκτωβρίου 2025

Μέσα στον ζωγραφικό χωροχρόνο

Μέσα στον ζωγραφικό χωροχρόνο, εκεί όπου ο άνθρωπος παλεύει να φυλακίσει το φευγαλέο, η πρώτη εικόνα γεννήθηκε σαν ψίθυρος πάνω στην πέτρα. Ένα χέρι, μέσα σε σιωπή σπηλαίου, χάραξε γραμμές που δεν ήταν απλώς σχήματα· ήταν η ανάγκη να ειπωθεί κάτι πριν χαθεί. Το ζώο που έτρεχε, η αγωνία του κυνηγιού, η ανάσα του φόβου, η χαρά της επιβίωσης. Οι βραχογραφίες έγιναν το πρώτο «μένει» απέναντι στο «φεύγει». Κι από τότε, η ζωγραφική δεν σταμάτησε να είναι αυτό: ένας τρόπος να αντισταθεί ο άνθρωπος στη λήθη.

Ύστερα ο κόσμος μεγάλωσε, οι πόλεις υψώθηκαν, τα άτομα απέκτησαν πρόσωπα, τα χρώματα έγιναν γλώσσα. Η εικόνα βγήκε από το βάθος των σπηλαίων και ανέβηκε στους ναούς, στα παλάτια, στα σπίτια· φόρεσε χρυσά, σκιάσεις, προοπτικές, πειράματα, επαναστάσεις. Άλλοτε μίλησε με την ηρεμία του μέτρου κι άλλοτε με την κραυγή της εποχής. Μα κάτω από όλα αυτά, παρέμενε μία ίδια σπίθα: η επιθυμία να φανερωθεί κάτι αόρατο μέσα από την ύλη. Να γίνει το χρώμα όχι απλώς χρώμα, αλλά νόημα.

Κι εκεί, στο σταυροδρόμι μιας πόλης και ενός αιώνα, δύο αγιογράφοι άρχισαν να αφήνουν το δικό τους ίχνος — όχι σαν θόρυβο που ζητά χειροκρότημα, αλλά σαν φως που μένει ήσυχο και επιμένει. Ο Παντελής Κ. Γκίνης και ο Χρυσόστομος Παπαμερκουρίου, ισόβιοι σύντροφοι στην τέχνη και στη ζωή του εργαστηρίου, στάθηκαν σαν δύο παράλληλες γραμμές που ενώθηκαν σε μία υπογραφή. Δεν τους ενδιέφερε να ξεχωρίσουν μεταξύ τους· τους ενδιέφερε να σταθεί η εικόνα. Έτσι εργάστηκαν χρόνια πολλά, σαν να έχτιζαν μια αργή γέφυρα ανάμεσα στην παράδοση και στο τώρα. 

Το εργαστήριό τους, «Φωτοζωγραφείον», είναι από μόνο του μια μικρή φιλοσοφία. Γιατί η λέξη ενώνει δύο κόσμους που πολλοί νομίζουν ξένους: τη φωτογραφική στιγμή και την ζωγραφική διάρκεια. Η φωτογραφία κρατά το “τώρα”, η ζωγραφική κρατά το “πάντα”. Εκείνοι όμως τα έβαλαν να συνεργαστούν: η μορφή περνούσε από την πόζα στο χαρτί, από το ίχνος στο ανθίβολο, από τη μηχανή στο χέρι, κι έπειτα ξανά στην εικόνα, όπως το νερό αλλάζει δοχείο χωρίς να χάνει την ουσία του. Κι έτσι, μέσα στον θόρυβο του 20ού αιώνα, η αγιογραφία τους δεν γινόταν απολίθωμα· γινόταν ζωντανή τεχνική, ζωντανή μνήμη.

Γιατί η αγιογραφία, όσο κι αν τη βλέπουμε ως τέχνη, είναι κάτι περισσότερο: είναι ένας τρόπος να κοιτάς τον άνθρωπο σαν να μην τελειώνει εδώ. Ο άγιος δεν είναι πορτρέτο· είναι υπόσχεση. Η γραμμή δεν είναι διακόσμηση· είναι κανόνας. Το χρυσό δεν είναι χρώμα· είναι χρόνος που δεν σκουριάζει. Κι αυτό το ξέρει ο αγιογράφος όχι με θεωρία, αλλά με τα χέρια του. Όταν δουλεύει, δεν ζωγραφίζει απλώς μορφές· προσπαθεί να κάνει την ύλη να σηκώσει κάτι από το βάρος του φωτός.

Κάπως έτσι οι δύο ζωγράφοι εντάσσονται αφενός μέσα στον μεγάλο χάρτη της ανθρώπινης εικόνας: από τη σπηλιά στον ναό, από τον βράχο στο σανίδι, από την ώχρα στο χρυσό, από τη σιωπή του πρωτόγονου χαράγματος στη σιωπή της προσευχής, αφετέρου στη μεγάλη οικογένεια των καλλιτεχνών. Σχεδόν 75 χρόνια καλλιτεχνικής προσφοράς, μια σπίθα στην μακραίωνη ιστορία της εικονογραφίας.  

                

Παντελής Γκίνης (εγγονός). 

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου